ΈΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ | Exhibit of the Month (2013 | 2014)


ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Δεκεμβρίου 2014 μια χειροποίητη μαξιλαροθήκη (Α.Μ. 3330). Η συγκεκριμένη μαξιλαροθήκη αποτελεί μέρος δωρεάς του κου Ανδρέα Δημητρίου στο μουσείο το Μάιο του 2013, η οποία περιλαμβάνει επίσης ξύλινα και ασημένια κουτάλια, ενδύματα και φωτογραφίες.
Η μαξιλαροθήκη είναι μεταξωτή, χειροποίητη από την Ελπινίκη Τρυπάνη, η οποία καταγόταν από τη Μερσίνα της Μικράς Ασίας. Φέρει σχέδιο κεντημένο στο χέρι, το οποίο απεικονίζει ένα καλάθι με λουλούδια σε διάφορα χρώματα. Παρόμοιου τύπου μεταξωτές μαξιλαροθήκες συνηθίζουν να δημιουργούν και στην Κύπρο, ως μέρος της προίκας τους οι νεαρές, ή για να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες του σπιτιού. Προφορικές μαρτυρίες από το αρχείο συνεντεύξεων του Μουσείου μας δεικνύουν επίσης ότι η επαφή με τις Μικρασιάτισσες, που έφθασαν στο νησί μας πριν και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επηρέασαν με τη τέχνη των κεντημάτων τους και μετέδωσαν κάποια από τα σχέδια τους στις Κύπριες που συναναστρέφονταν σε περιοχές όπως για παράδειγμα, την Λύση και την Κερύνεια.
Η Ελπινίκη και ο σύζυγός της, Κώστας Τρυπάνης, είχαν τέσσερα παιδιά, την Μαρίκα, την Ειρήνη, το Σπύρο και το Νίκο, κανένα από τα οποία δεν είχε αφήσει πίσω του απογόνους.  Αντιλαμβανόμενοι την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία εκείνη την περίοδο μετακόμισαν οικογενειακώς από τη Μερσίνα στην Κύπρο, το 1919,  και αργότερα μετέβηκαν στη Χίο (τόπο καταγωγής του Κώστα) από όπου εν τέλει κατέληξαν στην Καλλιθέα Αθήνας. Τα αντικείμενα κληρονόμησε η οικογένεια Δημητρίου απευθείας από την Μαρίκα Τρυπάνη, η οποία ήταν ξαδέλφη της γιαγιάς της Χρυσούλας Δημητρίου, της Όλγας. Η Μαρίκα Τρυπάνη πέθανε 102 χρονών το 2013.
Όλη η μικρασιατική συλλογή του Μουσείου θα εκτίθεται στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών στα πλαίσια της έκθεσης  Μικρασιατικών Κειμηλίων από τις Συλλογές της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών και σχετικής διάλεξης που θα δοθεί στις 17 Δεκεμβρίου 2014, από τον δρα Ράινχαρτ Σένφφ  (Dr Reinhard Senff), υποδιευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, με θέμα τα κυπριακά αρχαιολογικά ευρήματα από γερμανικές ανασκαφές στη Μικρά Ασία. Για περισσότερες πληροφορίες ή αν ενδιαφέρεσθε να γίνεται δωρητής στο Μουσείου αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου». Ελένη Χρίστου, Διευθύντρια Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου
Βιβλιογραφία:
-Ελένη Χρίστου, Συνέντευξη από Ανδρέα Δημητρίου (14/5/2013)Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών







ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014

Με αφορμή το επιστημονικό συμπόσιο που διοργανώθηκε από την Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών την 1η Νοεμβρίου 2014 με θέμα τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και το Βασίλη Μιχαηλίδη, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Νοεμβρίου 2014 μια περίτεχνη πιστόλα (Α.Μ. 812). Το συγκεκριμένο αντικείμενο δώρισε στο Μουσείο η κα Τερέζα Λανίτη από τη Λεμεσό, το Μάιο του 1955.
Πρόκειται για βραχύκαννη μεταλλική πιστόλα με ξύλινη κάνη σε εναλλαγή με μεταλλικά στοιχεία και ξύλινη λαβή, η κεφαλή της οποίας είναι κατασκευασμένη από ορείχαλκο και φέρει ανάγλυφη διακόσμηση. Οι πιστόλες ήταν εμπροσθογεμή όπλα και λειτουργούσαν με πυροδοτικό μηχανισμό πυρόλιθου και τη χρήση του ενός χεριού. Ο βασικός οπλισμός των αγωνιστών του 1821 αποτελείτο επίσης από το καριοφίλι (μακρύκαννο όπλο), την πάλα (σπάθη), το γιαταγάνι (μάχαιρα) και την παλάσκα (φυσιγγιοθήκη).
Η συγκεκριμένη πιστόλα, καθώς και άλλος οπλισμός που χρησιμοποιείτο το 19ο και 20ο αι. εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου στα πλαίσια της έκθεσης Κειμηλίων του 1821 από τις Συλλογές της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, και ζωγραφικών έργων του Βασίλη Μιχαηλίδη από τον Ι. Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου. Για περισσότερες πληροφορίες και δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».
Βιβλιογραφία:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
-Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Έκθεση Κειμηλίων, ΠΙΤΚ, Αθήνα, 1991
-www.army.gr





ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως εκθέματα του μήνα Οκτωβρίου 2014 ένα ζευγάρι μαύρες δερμάτινες ποδίνες (Α.Μ. 3477), καθώς και τον «μισταρκό» (Α.Μ. 3478), ένα ξύλινο κατασκεύασμα, το οποίο χρησιμοποιείτο ως βοήθημα για να βγάλουν εύκολα τις ποδίνες. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα αποτελούν μέρος της δωρεάς δέκα αντικειμένων στο Μουσείο από την κα Κλεοπάτρα Παπαγεωργίου Σοφιανού, στην οποία και εκφράζουμε τις θερμές μας ευχαριστίες. 
Η κα Σοφιανού είναι παντρεμένη με τον κο Χρυσόστομο Α. Σοφιανού, επίσης από το Στρουμπί, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1976 μέχρι το 1980. Απέκτησαν 2 κόρες, η μία εκ των οποίων απεβίωσε το 1994. Η κ Σοφιανού κατάγεται από το Στρουμπί της επαρχίας Πάφου. Σημαντικό γεγονός στην ιστορία του Στρουμπιού αποτέλεσε ο μεγάλος σεισμός του 1953, που σηματοδότησε τη μετακίνηση του χωριού σε νέα τοποθεσία λόγω των καταστροφών που υπέστη και τη δημιουργία του Κάτω Στρουμπιού, στο οποίο μετοίκησαν οι περισσότεροι κάτοικοι.  
Οι ποδίνες χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1930 περίπου, οι οποίες ανήκαν στο γεωργό Γιάννη Παπαγεωργίου, πατέρα της κας Σοφιανού, και αποτελούν ένα μόνο μέρος της εν λόγω δωρεάς. Συγκεκριμένα στη δωρεά περιλαμβάνονται επίσης αντρική και γυναικεία ενδυμασία, που ανήκε στη γιαγιά της κας Σοφιανού, Κλεοπάτρα Κυπριανού Γιαγκουλλή και στον πατέρα της κας Σοφιανού, κ. Γιάννη Παπαγεωργίου, ο οποίος φορούσε τη βράκα μέχρι το 1945, οπόταν και αντικαταστάθηκε από το παντελόνι.
Ο «μισταρκός» αποτελούσε χρήσιμο εργαλείο για τους χωρικούς στην προσπάθειά τους να βγάλουν τις ποδίνες. Όταν για παράδειγμα φορούσαν για πολλές ώρες τις ποδίνες ήταν πολύ δύσκολο στη συνέχεια να αφαιρεθούν λόγω του ιδρώτα ή της βροχής, γι’ αυτό και έβαζαν την ποδίνα στο ειδικό βοήθημα, τον «μισταρκό», την πατούσαν με το άλλο πόδι και την τραβούσαν για να βγει.
Οι ποδίνες κατασκευάζονταν από τους τσαγκάρηδες ή τους σκαρπάρηδες. Οι τσαγκάρηδες κατασκεύαζαν τις λεγόμενες «ίσιες» ποδίνες από επεξεργασμένα δέρματα τράγου και κατσίκας, οι οποίες μπορούσαν να φορεθούν και στο αριστερό και στο δεξί πόδι. Στη σόλα των ποδίνων αυτών τοποθετούνταν οι πρόκες, οι λεγόμενες «ρίζες» για περισσότερη αντοχή. Ο σκαρπάρης έφτιαχνε όλων των ειδών παπούτσια, τα χαμηλά παπούτσια, τις λεγόμενες «σκάρπες» και τις φράγκικες ποδίνες, οι οποίες ήταν πιο λεπτοκαμωμένες σε σχέση με τις «ίσιες» και είχαν τη διάκριση ανάμεσα στο αριστερό και στο δεξί πόδι. Ο κόσμος παράγγελλε καινούρια παπούτσια συνήθως τις μεγάλες εορτές, όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα γι’ αυτό και οι τσαγκάρηδες και οι σκαρπάρηδες τον περισσότερο καιρό ασχολούνταν με την επιδιόρθωση ποδίνων και παπουτσιών.
Τα αντικείμενα εκτίθενται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Για περισσότερες πληροφορίες και δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.

Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».

Βιβλιογραφία:
-Λαϊκοί Τεχνίτες της Κύπρου, Δήμος Λευκωσίας, 1982
-Παπαδημητρίου Ελένη, Οι Κυπριακές Φορεσιές, Αθήνα 1991
-Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου Ευφροσύνη, Η Αστική Ενδυμασία της Κύπρου κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, Πολιτιστικό ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσί, 1996
-Σοφιανός Χρυσόστομος Α. και Παπαγεωργίου Κλεοπάτρα Ι., Στρουμπί. Ένα κεφαλοχώρι της Πάφου, Λευκωσία 2011

-Ohnefalsch-Richter Magda, Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία 1994



Έκθεμα Μηνός Σεπτεμβρίου 2014
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα μήνα Σεπτεμβρίου ένα νυφικό στο τύπο των φορεμάτων που φορούσαν στη Λύση στα τέλη της Αγγλοκρατίας (1878-1960). Το νυφικό δώρισε στο Μουσείο η κυρία Παναγιώτα Κέττηρου, από τη Λύση, ράπτρια στο επάγγελμα. Η κ. Παναγιώτα Κέττηρου γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1940. Γονείς της ήταν η Μαρία και ο Κυριάκος Κέττηρου, οι οποίοι  είχαν οπωροπωλείο στη Λύση. 
Το νυφικό που έραψε η ίδια η κ. Παναγιώτα, το έραψε πρόσφατα στον τύπο του Λυσιώτικου φορέματος, που φορούσε η μητέρα της. Σύμφωνα με μαρτυρία της κ. Παναγιώτας, τα πλείστα φορέματα των Λυσιώτισσων, που φορούσαν καθημερινά ήταν σ’ αυτόν τον τύπο. Η μητέρα της συνήθιζε να υφαίνει στον αργαλειό και αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω στη Λύση όλων των ειδών πολύτιμα υφάσματα. Μάλιστα μας ανάφερε χαρακτηριστικά ότι πολλά από τα σχέδια του αργαλειού, που χρησιμοποιούσαν στη Λύση, τα έμαθαν από Μικρασιάτισσες της Λύσης.
Αναπολώντας τις θύμησές της, όντας ακόμη παιδάκι, οι γάμοι στο χωριό της κρατούσαν τρεις και τέσσερις μέρες. Το Σάββατο γινόταν το νυφικό κρεβάτι με μαλλί των προβάτων, οι κουμέρες το έραβαν χωρίς κόμπο για να μη δεθεί η καρδιά τους όπως πίστευαν, στα σεντόνια έραβαν σταύρους για να προστατεύουν το ζευγάρι και οι τρεις κουμέρες χόρευαν το πανέρι με τα σεντόνια. Το ζευγάρι είχε πολλούς κουμπάρους, τα ονόματά των οποίων γράφονταν στην κορδέλα των στεφάνων. Η νύφη έπρεπε να «καμαρώνει», να είναι χαμηλοβλεπούσα και  όσο πιο σεμνή γίνεται. Το γλέντι συνεχιζόταν Κυριακή -Δευτέρα και Τρίτη (συνήθιζαν να προσφέρουν κολοκάσι αυτή την μέρα). Πολλοί για «ξημέρωμα» (δώρο γάμου) έπαιρναν ένα κιλό σιτάρι ή κριθάρι, μέσα σε κόσκινο και το ζευγάρι ως αντίδωρο έπρεπε να βάλει μέσα στο κόσκινο μια γλυσταρκά (γαμήλιο κουλούρι, στολισμένο σαν λευκαρίτικο κέντημα). Γλυσταρκές έδινα και για το κάλεσμα. Έκανε 100 η νύφη και 100 ο γαμπρός. Σε κάθε τραπέζι υπήρχαν μικρά ποξαμάτια (κουλούρια) για τους καλεσμένους, όλοι οι καλεσμένοι κάθονταν στα τραπέζια και περίμεναν για να φάνε όλοι μαζί, μια φορά. Οι άντρες είχαν την ευκαιρία να χορέψουν και να τραγουδήσουν γι’ αυτήν, που τους άρεσε. Συχνά έλεγαν τσιαττιστά (ρίμες). Χαρακτηριστικά η κ. Παναγιώτα θυμάται μια ιστορία ενός νέου, που τον απέτρεπαν να πάρει την κοπέλα που του άρεσε, γιατί ήταν πτωχή και σε ένα γάμο είπε τ’ ακόλουθο: «πολλοί είπαν μου αρνήθουν την, να βρεις αρχοντοκόρη, χαρκούνται (νομίζουν) πως τον έρωτα βρίσκουν τον πα στα όρη, για μένα είναι άγκυρα που σταματά παπόρι».

Για περισσότερες πληροφορίες, φωτογραφίες ή και δωρεά αντικειμένων αποταθείτε στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, τηλ. 22432578, cypriotstudies@gmail.com

Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Χρίστου, Διευθύντρια Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου




ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΑΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ένα μικρό «βρουκάλι», σάρωθρον (Α.Μ. 2467), δωρεά του κυρίου Κώστα Αντωνίου το οποίο κατασκεύασε ειδικά για το Μουσείο επ’ ευκαιρία του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων 2014 στις 18 Μαΐου στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.
Το βρουκάλι ή φρουκάλι χρησιμοποιείτο παλαιότερα ευρέως, κυρίως,  για την καθαριότητα των αγροτικών σπιτιών ή ακόμη και της αυλής. Για τις μάνδρες των ζώων χρησιμοποιούντα περισσότερο τα σάρωθρα (ή σαρκές). Ο κύριος Κώστας Αντωνίου από το κατεχόμενο χωριό Μάσαρη έμαθε την τέχνη της κατασκευής των φρουκαλιών από τους γονείς του και αφού το χωριό προσφερόταν ως προς το σκοπό αυτό. Τα Μάσαρη βρίσκονται στο μέσο δύο ποταμών, του Σερράχη και του Οβγού, όπου και ανθούσε η φύτρωση των σκλινιτζιών στα υγρά και ελώδη εδάφη...''
Σκλινίτζ'ιν ή σκλοινίτζίν, το.  Είναι γένος φυτών που περιλαμβάνει γύρω στα 200 είδη. Είναι φυτά ποώδη, ετήσια ή και πολυετή, εκ των οποίων τα περισσότερα αρέσκονται σε υγρά ή και ελώδη εδάφη ακόμη και υφάλμυρα. Στην Κύπρο υπάρχουν 14 αυτοφυή είδη. Χαρακτηρίζονται από τα πολλά λεπτά και μακριά στελέχη τους. Όπου αναφύονται, το έδαφος είναι υγρό ή και λιμνάζον. Το υλικό αυτό χρησιμοποιήθηκε από αρκετούς Κύπριους τεχνίτες για την κατασκευή ειδών πλεκτικής, όπως ψάθες, συρίζες (διπλά καλάθια για μεταφορά προϊόντων από ζώα), ζεμπύλια, ταλάρκα (ταλάρι: μικρό καλάθι) και κυρίως φρουκάλια (=μικρά σάρωθρα) κλπ. Και τούτο επειδή τα μακριά, κυλινδρικά, λεπτά, ευλύγιστα αλλά και στερεά στελέχη τους (τα λεγόμενα βούρλα ή βρούλλα) ήσαν ιδανικά για την πλεκτική αφού πρώτα ξηραίνονταν. Τα φυτά αυτά ήταν πολύ γνωστά στους αρχαίους Έλληνες, με διάφορες ονομασίες (σχοίνοι, απ'όπου ίσως σχοινίκι και σκλοινίτζ'ια στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, ολόσχοινοι, οξύσχοινοι, βρύλα κ.ά. βλ. ΜΚΕ τ. 19, σελ.34).
Ο παραδοσιακός πολιτισμός της κυπριακής κοινωνίας και πιο συγκεκριμένα η επαγγελματική πείρα και η ενασχόληση με τις τέχνες, για παράδειγμα, παραδίδεται από τον ένα τεχνίτη στον άλλο (συχνά από τον πατέρα στο γιο), και μεταβιβάζεται από τη μια γενιά στην άλλη ανά τους αιώνες, κυρίως τις περισσότερες φορές, για βιοποριστικούς λόγους μέσα από τις οικονομικές δύσκολες συνθήκες που βίωνε η Κύπρος σε διάφορες περιόδους. Ο Κώστας Αντωνίου είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες τεχνίτες στην κατασκευή βρουκαλιών από σκλινίτζια.
Αν έχετε πρόσθετες πληροφορίες, αποταθείτε στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, τηλ. 22432578.
Επιμέλεια κειμένου: Ελευθέριος Αντωνίου, Μέλος Δ.Σ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών




ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ


Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου


Με αφορμή τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου του Κύπριου καραγκιοζοπαίκτη, Τάκη (Χρίστου) Γ. Χατζηττοφή (27/11/1927 - 23/06/2014), η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, επέλεξε να παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα, μία φιγούρα-σύνεργό του (Α.Μ. 3433), με απεικόνιση του κεντρικού ήρωα του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών, Καραγκιόζη.
Η φιγούρα (55 εκ. ύψος), δωρεά του καραγκιοζοπαίκτη, έχει κατασκευασθεί από σκαλιστό χαρτόνι, κατά την περίοδο 2003-4 και είναι ενδεικτική του ασπρόμαυρου θεάματος, που αγαπούσε να παρουσιάζει ο καλλιτέχνης. Οι παλαιότερες φιγούρες του Τ. Χατζηττοφή, σύνεργα του ίδιου και του πατέρα του, φαίνεται πως χάθηκαν κατά τη λαίλαπα της Εισβολής.
            Ο Τ. Χατζηττοφής έζησε αρκετά χρόνια στην παλιά Λευκωσία, κάποια εκ των οποίων, στο άλλοτε πανδοχείο και σημερινό Χώρο Πολιτισμού, «Αρχοντικό της οδού Αξιοθέας». Ο παππούς του, Ττοφής, εργαζόταν στα περιβόλια της Αρχιεπισκοπής, ενώ πατέρας του ήταν ο καραγκιοζοπαίκτης και λαουτάρης Γιώργος Χατζηττοφής (1900-1965), που έμαθε την τέχνη του από καραγκιοζοπαίκτες της Ελλάδας. Από τον πατέρα του διδάχθηκε και ο Τ. Χατζηττοφής την τέχνη του Θεάτρου Σκιών. Στις παραστάσεις του πατέρα του, ως βοηθός, έστηνε τη σκηνή, ειδοποιούσε το κοινό περιδιαβαίνοντας με το καμπανέλλο, χόρευε κάποιες φιγούρες όσο ο πατέρας του έπαιζε λαούτο, ενώ αργότερα, ζωγράφιζε τις ρεκλάμες και σκάλιζε τις φιγούρες. Ακόμα, δημιούργησε τις πρώτες έγχρωμες φιγούρες προσθέτοντας χρωματιστά χαρτιά στα σκαλίσματά τους και κατασκεύασε τις πρώτες σούστες ώστε να γυρίζουν οι φιγούρες. Συχνά, κατά το διάλειμμα της παράστασης, παρουσίαζε ένα πρωτότυπο είδος Κουκλοθεάτρου, φορώντας στο σώμα του την κούκλα, σε συνεργασία με τη Βιολέτα Καταστρόφα και τον θείο του, μετέπειτα -επίσης- καραγκιοζοπαίκτη, Ανδρέα Ιδαλία (1917-1996).
            Αν και επαγγελματίας ξυλουργός, δεν δίστασε να δοκιμάσει (1948) τις δυνάμεις του ως καραγκιοζοπαίκτης, αρχικά συνεταιριζόμενος με τον Α. Ιδαλία, ερμηνεύοντας ο ίδιος τους ρόλους των Καραγκιόζη, μπαρμπα-Γιώργου, κ.ά. Έξι μήνες μετά, όταν το καλλιτεχνικό δίδυμο αυτονομήθηκε, ο Τ. Χατζηττοφής συνέχισε να παρουσιάζει παραστάσεις στην Κύπρο, με μια εξάμηνη διακοπή, όπου ζώντας και δουλεύοντας στο Λονδίνο, διδάχθηκε και την Τέχνη της Μαριονέττας.
Κατά την περίοδο 1948 έως 1960, παρουσίασε μόνος ή με τον πατέρα του, ανά την Κύπρο, ποικίλα παραδοσιακά έργα του Θεάτρου Σκιών, όπως: “Ο Μ. Αλέξανδρος και το καταραμένο Φίδι”, “Δημαρχιακές εκλογές”, “Ο Γάμος του μπαρμπα-Γιώργου”, “Ο Καραγκιόζης υπηρέτης”, “Ο Καραγκιόζης προφήτης”, “Το στοιχειωμένο δέντρο (και ο Ντα Ντα)”, “Αθανάσιος Διάκος”, “Κατσαντώνης”, “Χριστιανομάχος”, “Μονομαχία των δύο φίλων”, “Ο Χορός του Ζαλόγγου”, “Κίτσος και Λαφαζάνης”, “Γκόλφω”, κ.ά. Επίσης, παρουσίασε και έργα δικής του έμπνευσης, όπως: “Χρύσω, η ορφανή”, “Ο Νικόλας ο ψαράς”, “Ο Δασονόμος”, “Το περιστέρι της Ειρήνης”, “Γράμμος και Βίτσι, φλάμπουρο λευτεριάς”.
Ζώντας τα επόμενα σαράντα τρία χρόνια στη Μ. Βρετανία, δεν έπαυσε να δίνει παραστάσεις Μικροθεάτρου, ονομάζοντας τον μεν θίασο με φιγούρες του, «Θέατρο Σκιών Τάκης Χατζηττοφής “Ο Καραγκιόζης”», τον δε θίασο Μαριονέτας του «Κουκλοθέατρο “Η Χαρά”». Μετά τη συνταξιοδότησή του, επαναπατρίστηκε (2003). Η αποχαιρετιστήριά του παράσταση (Στρόβολος, 27/08/2004) αποτέλεσε -παραδόξως- εφαλτήριο της δυναμικής, δεκαετούς επαναδραστηριοποίησής του.
Ανάμεσα στα έργα, που παρουσίασε την τελευταία δεκαετία της ζωής του, συμπεριλαμβάνονται τα: “Ο Καραγκιόζης προφήτης”, “Ο Μ. Αλέξανδρος και το καταραμένο Φίδι”, “Τα αινίγματα της Βεζυροπούλας”, “Ο γάμος του μπαρμπα-Γιώργου”, “Το στοιχειωμένο δέντρο”, “Το μεγάλο ψέμα”, “Η ιστορία του Καραγκιόζη”, “Ο Καραγκιόζης διαρρήκτης”, “Ο Καραγκιόζης περιβαλλοντιστής”.
            Σημαντικότερες στιγμές της δεύτερης περιόδου δράσης του, οι παραστάσεις του, στη γκαλερί «Διαχρονική» (2004) και στο μεσαιωνικό κάστρο της Λάρνακας (εορτασμός Κατακλυσμού 2005, κ.ε.), η παρουσίαση παραστάσεων -συχνά με επιχορήγηση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών- σε όλη την Κύπρο (λ.χ. Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, σχολικές μονάδες, κ.λπ.), η γνωριμία του με καραγκιοζοπαίκτες και ερευνητές Ελλάδος, Κύπρου και εξωτερικού, η συμμετοχή του σε Φεστιβάλ της Ελλάδας (2006), η δημοσίευση της (αυτό)βιογραφίας του (2004) και του κειμένου της παράστασής του “Χρύσω, η ορφανή” (2008), η συμμετοχή του στο Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Κύπρου (2006), ο εορτασμός των 82 χρόνων του στο «Σκαλί» Αγλαντζιάς (2009), η εγγραφή του στο Πανελλήνιο Σωματείο Θεάτρου Σκιών (2010), η συνεργασία του με την Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών (2008) και η δωρεά συνέργων του (2014), λίγο πριν την προγραμματισμένη τιμητική εκδήλωση, που έμελε να πραγματοποιηθεί εις μνήμην του.
Επικοινωνία: 0035722432578, www.cypriotstudies.org

Επιμέλεια κειμένου: Ανθή Γ. Χοτζάκογλου, θεατρολόγος 



Βιβλιογραφία:
◘ «Τάκης Χατζηττοφής: Ο Καραγκιόζης βρίσκεται στο “είναι” μου» (συνέντευξη στον Γ. Β. Γεωργίου), εφ. «Χαραυγή» (Λευκωσία) 01/08/2004, 2-3.
◘ Κ. Γ. Γιαγκουλλή, «Τάκης Χατζηττοφής» στο Η τέχνη του καραγκιοζοπαίκτη στην Κύπρο και τα απομνημονεύματα του Χριστόδουλου Πάφιου, Λ/σία 1982, 40-1.
◘ Κ. Γ. Γιαγκουλλή, «Τάκης Χατζηττοφής: ένας άγνωστος Κύπριος καραγκιοζοπαίκτης», The Philips Review Journal (Λ/σία)vol. 2 No 1 (Fall 2004), 67-86.
◘ Α. Γ. Χοτζάκογλου, «“Χρύσω, η ορφανή” των Α. Ιδαλία – Τ. Χατζηττοφή. Ένα δραματικό ειδύλλιο (1948) του Κυπριακού Θεάτρου Καραγκιόζη», Κυπριακαί Σπουδαί (Λ/σία) ΞΘ΄ (2005), έκδ. 2008, 193-218, 289-292.
◘ Α. Γ. Χοτζάκογλου, «Η πρώτη επίσκεψη των Σπαθάρηδων στην Κύπρο: μαρτυρίες Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, κυπριακού Τύπου, Σωτ. & Ευγ. Σπαθάρη, Κυπρίων καραγκιοζοπαικτών»Ο Καραγκιόζης μας (Αθήνα) 58 (Μάιος 2012), 8-12.
◘ Α. Χοτζάκογλου, «Έφηβος, ετών 87: αποχαιρετώντας τον Κύπριο καραγκιοζοπαίκτη Τάκη Χατζηττοφή (Λευκωσία 27/11/1927 - 23/06/2014)», Ο Καραγκιόζης μας 82 (Ιούλ.-Αύγ. 2014).
◘ Χρ. Χριστοδούλου, «Σαν το παλιό καλό κρασί», Επί Σκηνής (Λ/σία) 17 (Οκτ.-Νοέ. 2004), 70-73.
◘ Συνεντεύξεις στη γράφουσα, κατά την περίοδο 2004-2014.
Φωτογραφίες:

Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου


ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟΥ
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών παρουσιάζει ως έκθεμα μήνα Ιουνίου μια ελαιογραφία (Α.Τ.107, 50,5 x 60,5 εκ.), η οποία παρουσιάζει τον Εθνομάρτυρα Ματθία Παυλίδη.
O Ματθίας Παυλίδης γεννήθηκε στο χωριό Γύψου, το 1878, και σε ηλικία 17 χρόνων κατέφυγε στα Iεροσόλυμα, όπου εντάχθηκε στην αγιοταφική αδελφότητα και φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Σταυρού. Oλοκλήρωσε τις σπουδές του, το 1903, και ακολούθως, ένα χρόνο αργότερα, χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και, γύρω στο 1910, ιερομόναχος, οπότε προχειρίσθηκε αρχιμανδρίτης. Για λόγους που σχετίζονται με την ταραγμένη εκκλησιαστική και πολιτική κατάσταση της εποχής, τον Απρίλιο του 1917 εγκατέλειψε τους Αγίους Τόπους και μετέβη στην πόλη Nιαζλί του νομού Αϊδινίου, όπου εργάστηκε ως ιεροδιδάσκαλος της εκεί ελληνικής κοινότητας. Στην πόλη αυτή βρήκε μαρτυρικό θάνατο, τον Ιούνιο του 1919, με ανασκολοπισμό, μετά από φρικτά βασανιστήρια από Τούρκους ατάκτους, οι οποίοι πραγματοποιούσαν συστηματικές σφαγές σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, με στόχο την εκδίωξή του από τη Μικρά Ασία.
Η ελαιογραφία εκτίθεται στο παλαιό αρχιεπισκοπικό μεγάρο, όπου στεγάζεται η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών. Περισσότερες πληροφορίες στο τηλ. 22432578, www.cypriotstudies.org

Κ. Κοκκινόφτας, «Αρχιμανδρίτης Ματθίας Παυλίδης (1878-1919)», Εκκλησιαστικός Κήρυκας 4(1992) 113-116· Αρ. Κουδουνάρης, Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920, Λευκωσία 2010, σ. 466.


Κείμενο: Κωστής Κοκκινόφτας, Ιστορικός Ερευνητής- Μέλος Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
__________________________________________________________________________________________


ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ ΜΑΪΟΥ 2014
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει ως έκθεμα μήνα ένα πανέρι (τσέστο) από την πλούσια συλλογή του, το οποίο έγινε δωρεά στο Μουσείο το 1940 από τον κ. Δημήτρη Παρτού (Α.Μ.640). Ο τσέστος, ο οποίος προέρχεται από την Άσκεια (Άσσια) συνδυάζει στοιχεία από στελέχη σιταριού (ποκαλάμες) και πολύχρωμα υφάσματα.
Οι τσέστοι (πανέρια) είναι ένα από τα είδη της λαϊκής χειροτεχνίας, που ήταν πολύ διαδεδομένο σε όλη την Κύπρο. Συνήθως κατασκευάζονταν από στελέχη σιταριού, φύλλα φοινικιάς και διακοσμούνταν, συνδυάζοντας βαμμένα καλάμια ή χρωματιστό ύφασμα (Δημητρίου Μ.2002, 166).
Η χρήση τους ήταν διακοσμητική αλλά και χρηστική. Πάνω σ΄ αυτούς έκοβαν και αποξήραιναν  τον φιδέ, τα μακαρόνια, τον τραχανά. Τοποθετούσαν τα κουλούρια και τις φλαούνες προ και μετά το φούρνισμα. Μετέφεραν τα κόλλυβα και το πεντάρτι (τέσσερα πρόσφορα και ένα μεγαλύτερο άρτο) στην εκκλησία. Στους τσέστους τοποθετούσαν και καθάριζαν από τις πέτρες και τους χαλασμένους σπόρους όλα τα γεωργικά προϊόντα (τα γεννήματα) που προορίζονταν για τη διατροφή τους, όπως φάβα (λουβάνα), φασόλια μαυρομάτικα (λουβί), φασόλια, κουκιά, ρεβίθια, σιτάρι κ.ά. (Καντζηλάρης Γ. 2007, 194-195). Χρησιμοποιούνταν επίσης ως διακοσμητικό στοιχείο στους τοίχους των σπιτιών ή στις σουβάντζες, αλλά και ως τραπέζι τα καλοκαίρια, τοποθετώντας τους πάνω σε σκαμνί  (Φωκαϊδη Φ.Ν. 1982, 218).
Ο τσέστος όμως είχε την τιμητική του θέση και στο γάμο. Μετέφεραν πάνω σ’ αυτόν τα στέφανα των μελλονύμφων στην εκκλησία, το κρασί, το ψωμί, τα δακτυλίδια των αρραβώνων και τις κουφέτες του γάμου. Χόρευαν πάνω σ’ αυτούς την παραμονή του γάμου τα μεταξωτά προικιά της νύφης ή τοποθετούσαν πάνω τους χρήματα ή φαγώσιμα είδη για να ‘πλουμίσουν’ τους βιολάρηδες (μουσικούς).
«Ένας καλός τσέστος προκαλούσε πάντα το θαυμασμό. Τότε οι κάτοχοί του έβρισκαν την ευκαιρία  να επαινέσουν τη νέα που τον είχε κατασκευάσει και ήταν ένας έμμεσος τρόπος αναφοράς σε προξενιό. Ο τσέστος ήταν ένα απαραίτητο συμπλήρωμα για την προίκα της νέας ανεξάρτητα αν αυτή θα παντρευόταν ρεσπιέρη (γεωργό) ή γραμματιζούμενο (μορφωμένο), έμπορο ή ιερέα». (Καντζηλάρης Γεώργιος 2007, 196).
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου διασώζει και διατηρεί από το 1937 αντικείμενα από τις κατεχόμενες μας περιοχές και όχι μόνο. Για όσους θα ήθελαν να δωρίσουν αντικείμενα στο μουσείο, αποταθείτε στο τηλ. 22-432578, www.cypriotstudies.org

Κείμενο: Ελένη Χρίστου, Διευθύντρια Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου

Καντζηλάρης Γεώργιος (2007) Το Καϊμακλί μέσα από το πέρασμα του χρόνου, Λευκωσία.
Ταουσιάνης Χ. (1988) Το Ριζοκάρπασο στο φακό (Λεύκωμα), Λευκωσία
Φωκαϊδη Φ. Ν. (1982) Λάπηθος : ιστορία και παράδοσις, Λευκωσία: Δήμος Κερύνειας

Δημητρίου Μ.(2002) Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείο, Λευκωσία: Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών.




ΈΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014

Με την ευκαιρία του μήνα Απρίλη, μήνα κατά τον οποίο επεξεργάζονταν το μετάξι, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών επέλεξε για έκθεμα μήνα το μάγγανο – μεταξειό (Α.Τ. 87, διαστάσεις 161x238x132). Κατά τη διάρκεια του Απρίλη, αλλά και γενικότερα από τον Μάρτη μέχρι και τον Ιούνη γινόταν η διαδικασία παραγωγής και κατεργασίας του μεταξιού. Το εν λόγω μεταξειό είναι ένας συνδυασμός συνέργων  για την επεξεργασία του μεταξιού. Αποτελείται από ένα φούρνο με ενσωματωμένη λεκάνη, το οποίο απολήγει σε ένα χειροκίνητο κλωστικό εργαλείο (ανεμίδι, δουλάππι).
  Στη συνέχεια άπλωναν τα κουκούλια στον ήλιο για να πεθάνουν οι χρυσαλλίδες πριν προλάβουν να τα τρυπήσουν. Τα τρύπια κουκούλια αξιοποιούνταν επίσης, κλώθοντας κλωστή, την οποία ονόμαζαν κουκούλι. Ακολουθούσε ο διαχωρισμός των κουκουλιών, τα οποία θα άφηναν για τον σπόρο της επόμενης χρονιάς και των κουκουλιών, από τα οποία θα έβγαζαν το μετάξι. Τα δεύτερα τα έδιναν σε έναν ειδικό τεχνίτη, τον μεταξά. Στη συνέχεια ο μεταξάς έριχνε σιγά-σιγά ξερά κουκούλια στη λεκάνη του μεταξειού, όπου υπήρχε ζεστό νερό. 
 Η διαδικασία παραγωγής μεταξιού ήταν μια περίπλοκη και πολύμηνη διαδικασία. Κατ’ αρχάς οι σπόροι, οι οποίοι είχαν ήδη φυλαχθεί από την προηγούμενη χρονιά, τοποθετούνταν στον ήλιο σε σκιερό μέρος για να βράσουν και να ανοίξουν ή τους έβαζε η νοικοκυρά στο στήθος της. Το μεγάλωμα του μεταξοσκώληκα ήταν δύσκολη δουλειά και απαιτούσε προσοχή και γνώση. Η εκτροφή του μεταξοσκώληκα γινόταν σε σκοτεινό και δροσερό μέρος πάνω σε καλαμωτές (κρεμμασταρκές). Εκεί έμενε ο μεταξοσκώληκας για πενήντα μέρες περίπου, τρώγοντας φύλλα μουριάς ή συκιάς, μέχρι που άρχιζε να πλέκει το κουκούλι του. Στην Κύπρο διακρίνονται κυρίως δυο ποικιλίες κουκουλιών από δυο φυλές μεταξοσκώληκα, την κίτρινη φυλή απ’ όπου έβγαινε και το κίτρινο κουκούλι και την άσπρη φυλή απ’ όπου έβγαινε και το άσπρο κουκούλι.
    Το μάγγανο, μεταξειό, που εκτίθεται στο μουσείο αποτελείται από μια ξύλινη ανέμη (το δουλάππι), ένα φούρνο (νηστιά) όπου άναβαν τα ξύλα για να βράσει το νερό και μια μπρούντζινη λεκάνη (λέενη), η οποία ήταν τοποθετημένη πάνω στον φούρνο. Ο τρόπος που θα στηνόταν το μάγγανο, το στήμαν του μεταξειού, έπαιζε ρόλο γιατί συντελούσε στην ποιότητα, την οποία θα είχε η κλωστή. Η θερμοκρασία του νερού επίσης έπαιζε σημαντικό ρόλο κι εξαρτιόταν από την κατάσταση των κουκουλιών. Εάν το νερό δεν ήταν αρκετά ζεστό, η κλωστή δε θα έβγαινε καλή, αν όμως ήταν πιο ζεστό απ’ όσο χρειαζόταν θα έλιωναν τα κουκούλια.

    Η αναπήνιση του μεταξιού, το ξημετάξωμα, γινόταν με το ξετύλιγμα της μεταξωτής ίνας (γλίνας), της ίνας δηλαδή που έπλεκε ο μεταξοσκώληκας γύρω από το σώμα του για να κάνει το κουκούλι του. Καθώς μαλάκωναν τα κουκούλια και ξεχώριζαν οι ίνες τους, ο μεταξάς τις τραβούσε με τη μαλακή βέργα και τις τύλιγε στην αγκιστρωτή της άκρη (2.15). Εδώ φαινόταν και η τέχνη του μεταξά, καθώς από το κλώσιμο του μεταξιού αυτό έπρεπε να βγει στρογγυλό και ομοιόμορφο. Η κλωστή προτού τυλιχθεί στο ανεμίδι  – δουλάππι (2.5) έπρεπε να περάσει από το δαχτυλίδι του προσώπου  (2.2) και τα καρούλια  της κατάστασης (2.3). Οι κλωστές τυλίγονταν σε θηλιές με τη βοήθεια μιας οριζόντιας σανίδας, - του δκιαζυδκιού (2.8) η οποία κινείται με την περιστροφή της ανέμης μέσω ενός σχοινιού, της κόρτας (2.10). Το πλάτος της κάθε θηλιάς κανονιζόταν από ένα ξυλαράκι (2.13) πάνω στο μύλο (2.11). Μια γυναίκα γύριζε το ανεμίδι και ο μεταξάς τύλιγε το μετάξι σε δέσμη.
   Το νερό της λεκάνης αλλαζόταν συχνά και μαζεύονταν οι πεθαμένες κάμπιες από το μεταξά για να βγαίνει καθαρό το μετάξι. Το πάχος του μεταξιού διέφερε ανάλογα με τις ίνες του· όσο πιο λεπτό το ήθελαν, τόσο γρηγορότερα γύριζε το ανεμίδι. Το χρώμα και η ποιότητα του μεταξιού διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Για παράδειγμα το μετάξι της Πάφου ήταν κίτρινο και χοντρό και γι’ αυτό και 10% ακριβότερο από το άσπρο μετάξι του Βαρωσιού και του Καρπασιού που ήταν λεπτότερο και κατώτερης ποιότητας.
  Για περισσότερες πληροφορίες όπως αποταθείτε στο τηλ. 22 432578, τηλ/τυπο. 22- 343439, ηλ. ταχυδρομείο. cypriotstudies@gmail.com.
  Επιμέλεια Κειμένου: Θέκλα Γιαννίτσαρου, Μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Βιβλιογραφία:
Γιαννούκος Σ., «Η Καλλιέργεια του Μεταξοσκώληκα στα Κοκκινοχώρια», Λαογραφική Κύπρος, ΙΖ’ (37), Γενάρης – Δεκέμβρης 1957, 83-64.
Μαυροκορδάτος Γ., «Λαογραφικά Δικώμου», Λαογραφική Κύπρος, Θ’ (26), Μάης – Αύγουστος 1979, 61-64.
Παπαδημητρίου Ε., Η Μεταξουργία στην Κύπρο, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία 1995.
-----------------
Εικόνα 1. Από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης 
Εικόνα 2.  Παπαδημητρίου Ε., Η Μεταξουργία στην Κύπρο, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία 1995, σ. 68.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝA ΜΑΡΤΙΟΥ 2014



Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου έχει επιλέξει να παρουσιάσει, ως έκθεμα του μηνός Μαρτίου, ένα αθηενίτικο κέντημα “βενίς πιττωτό” (ΑΜ 3377, διαστάσεις 24,5 x 23,5 εκ.). Με τον όρο “βενίς” εννοούμε ένα είδος δαντέλας και με τον όρο “πιττωτό” τα γεωμετρικά σχέδια που σχηματίζει. Πρόκειται για ένα κέντημα το οποίο κατασκευάσθηκε πρόσφατα από την κ. Μαρούλλα Κώστα Πάρπα, καταγόμενη από την Αθηένου. Δωρήθηκε στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης τον Ιανουάριο του 2014 από την κ. Πάρπα, με την ελπίδα να γίνει ευρύτερα γνωστό, τόσο στους παλαιότερους, αλλά κυρίως στους νεότερους, το Αθηενίτικο κέντημα και το χαρακτηριστικό αυτό είδος κεντητικής.

Όπως περιέγραψε η ίδια η κ. Πάρπα σε συνέντευξή της σε μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, το συγκεκριμένο κέντημα φέρει ένα από τρία είδη σχεδίων του “πιττωτoύ”, που αναπτύχθηκε στην Αθηένου, το “γυριστό”. Το έργο είναι κατασκευασμένο από λινό ύφασμα, πάνω στο οποίο έγινε το σχέδιο από βαμβακερή κλωστή. Αρχικά, το λινό ύφασμα τοποθετήθηκε επάνω σε ένα βοηθητικό σκληρό μαξιλαράκι και, αφού τεντώθηκε  καλά, στερεώθηκε γύρω γύρω με καρφίτσες. Στη συνέχεια έγινε περιμετρικά του υφάσματος το μονό γαζί, δύο εκατοστά πιο μέσα από το σημείο των καρφίτσων. Το μονό γαζί πλέχθηκε σε δύο σειρές, αποστάσεως έξι περίπου εκατοστών η μια από την άλλη. Ακολούθως, αφαιρέθηκαν ορισμένες κλωστές για να γίνει το διπλό γαζί, όπου θα πλαισίωνε το μοτίβο. Το ύφασμα στη μια γωνιά κόπηκε τρεις με τέσσερις κλωστές πιο μέσα από το διπλό γαζί, δημιουργώντας ένα τριγωνικό κενό, στο οποίο η κεντήτρια έπλεξε το φυτικό μοτίβο, γνωστό ως γυριστό “πιττωτό”. Το σχέδιο αποτελείται από ένα ολόκληρο άνθος στη μία άκρη του τριγώνου και δύο μισά στις δύο άλλες. Τα κενά μεταξύ των λουλουδιών καλύφθηκαν με φυτικά σχέδια. Στο τέλος, αφού αφαιρέθηκε το επιπλέον ύφασμα, ακολούθησε το πλέξιμο των ξεφτιών του υφάσματος (τσίμπι) και το στόλισμα των ακρών σε σχήμα καμάρων  (καμαρούι).
Στο Αθηενίτικο κέντημα τα μοτίβα, που δημιουργούνται, είναι κυρίως γεωμετρικά και φυτικά και προσομοιάζουν σε φύλλα σε ποικίλες διατάξεις. Στην Αθηένου, εκτός από το γυριστό μοτίβο, αναπτύχθηκε το “ιταρωτό” και το “φοινικωτό”. Τα κεντήματα αυτά αποκαλούνται μέχρι και σήμερα “πιττωτά”, λόγω της δημιουργίας των πυκνών τριγωνικών σχημάτων (πίττων) που γίνονταν με το πλέξιμο της κλωστής. Επίσης, επειδή θυμίζουν αντίστοιχα ιταλικά πρότυπα (Punto Reticello), επικράτησε έως και σήμερα να λέγονται “βενίς”. Εκτός από την Αθηένου, η τεχνική αυτή επικράτησε και σε άλλα μέρη της Κύπρου όπως στην Ορά, Λάγεια, Μελίνη, Κάτω Δρυ και στη Λάρνακα.
Αν και δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για την καταγωγή του Αθηενίτικου κεντήματος, αυτό φαίνεται ότι έχει τις ρίζες του στα πολύ παλιά χρόνια. Τα κεντήματα, που κατασκευάζονταν, πωλούνταν από τους εμπόρους τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό και αποτελούσαν ένα συμπληρωματικό εισόδημα για το Αθηενίτικο σπίτι. Με το αθηενίτικο κέντημα φτιάχνονται ποικίλα έργα, όπως τραπεζομάντιλα, σεμέν, δισκόρουχα, μαντηλάκια και καδράκια. Δυστυχώς, σήμερα όλο και πιο λίγες γυναίκες, εκ των οποίων οι περισσότερες είναι ηλικιωμένες, ασχολούνται με το αθηενίτικο κέντημα, με αποτέλεσμα το μέλλον του ιδιαίτερου αυτού είδους κεντητικής να είναι αβέβαιο. Σε μια ύστατη προσπάθεια διατήρησης του αθηενίτικου κεντήματος ο Δήμος Αθηένου σε συνεργασία με το Υπουργείο Γεωργίας προσφέρει επιμορφωτικά μαθήματα εκμάθησής του.
Στόχος του Μουσείου μας είναι να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες για το αθηενίτικο κέντημα. Αν έχετε πληροφορίες παρακαλούμε όπως αποταθείτε στο τηλ. 22 432578, τηλ/τυπο 22- 343439, cypriotstudies@gmail.com.
Επιμέλεια Κειμένου: Kωνσταντίνα Χατζηβασίλη, Μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Πιερίδη Α., Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, εκδ. Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών,  Λευκωσία 1991.

Παπαδημητρίου Ε., Η λαϊκή τέχνη στην Κύπρο. Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου - Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, Λευκωσία 1996.


Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, Συνέντευξη κ. Μαρούλλας Πάρπα, Αθηένου 17 Φεβρουαρίου 2014.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2014



Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να παρουσιάσει ωs έκθεμα του μηνός Φεβρουαρίου μία αποξηραμένη κολοκύθα («κολότζι») του 19ου αιώνος (Α.Μ. 577), προερχόμενη από την κατεχόμενη Ακανθού. Δωρήθηκε στο Μουσείο υπό του κ. Δωροθέου Ιεροδιακόνου τον Αύγουστο του 1951.
Φέρει πλούσια, εγχάρακτη διακόσμηση από φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο τόσο στο λαιμό, όσο και στη σφαιρική γάστρα του. Η επιφάνεια της γάστρας διακοσμείται με διάφορα ζώα (άλογο, γάτα, ψάρι, γουρούνι και πτηνά). Ανάμεσα στα ζώα απεικονίζεται μια γυναικεία εστεμμένη μορφή, ενώ σώζεται εγχάρακτη η χρονολογία «1894». Ο λαιμός φέρει διακόσμηση από ποικίλα πτηνά καθισμένα σε φυτά. Οι παραστάσεις των φυτών, εναλάσσονται με διάφορα ζώα. Το υπόλοιπο μέρος του κολοτζιού διακοσμείται με ζώνες από ρόμβους και τρίγωνα. Κύρια χρήση της κολοκύθας αυτής, ήταν η φύλαξη της πυρίτιδας κυνηγού, δικαιολογώντας έτσι το μικρό του μέγεθος (υ. 16εκ.), αλλά και τη ζωική διακόσμηση.
Στην Κύπρο η κολοκύθα χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό ή χρηστικό αντικείμενο, αλλά αποτελεί και είδος φαγητού. Για να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί ως διακοσμητικό ή χρηστικό αντικείμενο έπρεπε να περάσει από διάφορα στάδια προετοιμασίας. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν να στεγνώσει πρώτα καλά  και να πάρει ένα κίτρινο-καφέ χρώμα. Όσον αφορά στη χρήση του «κολοτζιού», αυτό εξαρτιόταν από το σχήμα, το οποίο είχε. Χρησιμοποιείτο ως θήκη για τα μαχαιροπίρουνα στο σπίτι, ως ταΐστρα για τα πουλιά, ως θήκη για τη φύλαξη της πυρίτιδας, αλλά και ως μουσικό όργανο (ταμπουράς). Επίσης ο γεωργός και ο βοσκός το γέμιζαν με νερό και το μετέφεραν μέσα στη βούρκα τους για τις ανάγκες της ημέρας. Μερικές φορές έκοβαν το πάνω μισό μέρος και το γέμιζαν με ελιές. Το «κολότζι» αυτό ήταν γνωστό σαν «κολοκολιός».
Στις περιπτώσεις, όπου το «κολότζι» προοριζόταν ως δοχείο για υγρά (νερό, κρασί) ή ποτήρι, το έκοβαν από τη μέση και ακολουθούσαν μια διαδικασία καθαρισμού. Για να αδειάσει από τους σπόρους του, τοποθετούσαν μέσα σ’ αυτό κομμάτια από γυαλί ή αγκαθωτές πέτρες και καθώς κουνούσαν την κολοκύθα, έπεφταν οι σπόροι. Στη συνέχεια, για να γίνει ομαλή η εσωτερική επιφάνεια, έχυναν μέσα πίσσα από τα πεύκα, η οποία στεγανοποιούσε το κολότζι, κάνοντάς το πιο ανθεκτικό. Μετά από την όλη διαδικασία, η κολοκύθα ήταν έτοιμη να διακοσμηθεί.
Τα «κολότζια» φημίζονται  για την ιδιαίτερη, σκαλιστή τους διακόσμηση.  Πλούσια και συνάμα ενδιαφέρουσα θεματολογία από σκηνές της καθημερινής ζωής, της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας, ζώα και ανθρώπινες μορφές, κοσμούν την επιφάνεια του «κολοτζιού». Αξιομνημόνευτη είναι η γεωμετρική διακόσμηση, που φέρουν αρκετές κολοκύθες, οι οποίες μιμούνται αντίστοιχες διακοσμήσεις γεωμετρικών αγγείων. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός, πως οι χαράκτες των κολοκύθων διακοσμώντας τις επιφάνειες, συνέχιζαν ασυνείδητα μία αρχέγονη παράδοση, η οποία καταδεικνύει τη συνέχεια της αρχαιοελληνικής ζωγραφικής μέσῳ της λαϊκής τέχνης.
Ως προς την τεχνική, επιλέγονταν οι άγουρες κολοκύθες για διακόσμηση, καθώς ήταν πιο εύκολες στη χάραξη. Η διακόσμηση γινόταν με αιχμηρό μαχαίρι, καρφί ή βελόνι. Έπειτα ο χαράκτης επάλειφε με μείγμα από στάχτη και λάδι ή μαύρες ελιές όλη την επιφάνεια της κολοκύθας για να τονισθεί έτσι με μαύρο χρώμα το εγχάρακτο σχέδιο.
Το συγκεκριμένο  έκθεμα  εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου μαζί με μια μεγάλη συλλογή παρόμοιων κολοκύθων.
Για περισσότερες πληροφορίες αποταθείτε στο τηλ. 22432578 και στην ιστοσελίδα μας  www.cypriotstudies.org.

Κείμενο - Επιμέλεια: Δήμητρα Δημητρίου, Μέλος των Φίλων του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου,  δρ Χαράλαμπος Γ. Χοτζάκογλου, Πρόεδρος Δ.Σ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών.


Βιβλιογραφία:

Ελ. Παπαδημητρίου, Λαϊκή ζωγραφική, εγχάραξη και γλυπτική, Λευκωσία 2010.

Ελ. Παπαδημητρίου, Η τέχνη του ξύλου στην Κύπρο, Λευκωσία 2003.

Ελ. Παπαδημητρίου, Η λαϊκή τέχνη της Κύπρου. Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου- Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, Λευκωσία 1996.
  
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014


  Με την ευκαιρία των εορτασμών  των Θεοφανείων η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα ένα πολύτιμο δοχείο για «χόλιασμα»,  το οποίο  έγινε δωρεά στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, στις 12 Ιανουαρίου 1951 από τον Ν. Αλούπα και φέρει αριθμό μητρώου 476.  Πρόκειται για ασημένιο φιαλόσχημο δοχείο, ύψους 5,4 εκ. που αποτελείται από δυο κομμάτια: τη φιάλη και το στέλεχος, στο οποίο τοποθετούσαν την αιθάλη που χρησιμοποιούσαν στα μάτια. Φαίνεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί από την ιδιοκτήτρια, αφού φέρει ίχνη «χολλάς», επομένως ήταν χρηστικό, και όχι απλά διακοσμητικό αντικείμενο, αν και κατασκευασμένο από ασήμι.
  Το έκθεμά αυτό μάς μεταφέρει σ’ ένα παλαιότερο έθιμο της Κύπρου μας, το λεγόμενο «χόλιασμα». Κατά το έθιμο αυτό η οικοδέσποινα βάφτιζε μερικά κεριά στον αγιασμό των Φώτων. Τα κεριά αυτά, τα οποία άναβαν με το εξαγιασμένο φως της εκκλησίας, σχημάτιζαν αιθάλη, την λεγόμενη «χολλά». Την «χολλά», λοιπόν, την συνέλεγαν νεαρές κοπέλλες στις «χολιαστήρες», κυλινδρικά δηλαδή δοχεία, τα όποια ήταν συνήθως κατασκευασμένα από καλάμι. Κατά την ημέρα των «Φώτων», οι γυναίκες συνήθιζαν να «χολιάζονται», δηλαδή να βάφουν τις βλεφαρίδες τους με τη μαύρη αιθάλη ή «χολλά». Ακόμα και σήμερα σε κυπριακό τραγούδι αναφέρεται «Πας τα μαύρα σου τα μάθκια μεν την βάλεις την χολλά γιατί έχουσιν δικήν τους και η ξένη εν κολλά».
  Το χόλιασμα γινόταν επίσης και σε άλλες γιορτές. Μία από αυτές, είναι η «Λαμπρή», το Πάσχα, όπως μαρτυρείται και στο σχετικό τραγούδι: «Θεέ μου να ‘ρτουν οι Λαμπρές να κρεμαστούν οι σούσες τζαι να γεμώσουν τα στενά ούλον μαυρομματούσες». Κατά τη μέρα της Ανάστασης, λοιπόν, οι κοπέλες φορούσαν εντυπωσιακή ενδυμασία, χρυσά κοσμήματα και έβαφαν τα μάτια τους με «χολλά», την οποίαν είχαν ήδη ετοιμάσει από την ημέρα των Φώτων και φυλαγόταν στο εν λόγω δοχείο. Επιπλέον οι μητέρες συνήθιζαν να «χολιάζουν» τα μάτια των νεογέννητών τους, με την «χολλά» που είχε φυλαχθεί από την ημέρα των Φώτων.   Άλλη γιορτή κατά την οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν την «χολλά» ήταν στη γιορτή της Παναγίας της Κατωκοπιάς στον Αστρομερίτη, όπου οι νέοι έπαιρναν με κερί «χολλά» από «χολιαστήρα» της εκκλησίας και έβαζαν στα φρύδια τους για αγιαστικό σκοπό.
  Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης μας θυμίζει αυτό το ξεχασμένο έθιμο με το «δοχείο χολιάσματος» που εκτίθεται στο μουσείο, το οποίο ήταν είδος πολυτελείας, κι ανήκε σε πλούσια οικογένεια, αφού είναι κατασκευασμένο από ασήμι, και όχι από καλάμι όπως ήταν και το συνηθέστερο. Όσοι έχετε περισσότερες πληροφορίες για το έθιμο αυτό μπορείτε να αποταθείτε στο Μουσείο στο τηλ. 22432578, και στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο. cypriotstudies@gmail.com.

Κείμενο - Επιμέλεια: Θέκλα Γιαννίτσαρου, μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Βιβλιογραφία

Γ. Χ. Παπαχαραλάμπους, Κυπριακά Ήθη και Έθιμα (Δημοσιεύματα Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών 3), Λευκωσία 1965.





ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013


ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟΙΧΑΡΜΑΡΟΥ ΜΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΓΓΕΛΩΝ


«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», έψαλλε η αναρίθμητη στρατιά αγγέλων κατά τη γέννηση του Θείου βρέφους, δίνοντας την υπόσχεση στους Χριστιανούς ότι το Θείο Βρέφος θα έφερνε την ειρήνη στη ψυχή του ανθρώπου. Με την ευκαιρία, λοιπόν, της εορτής των Χριστουγέννων και θέλοντας να εξάρουμε τη σημασία της υμνολογίας των Αγγέλων, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να παρουσιάσει, ως έκθεμα του μηνός Δεκεμβρίου, τη λεπτομέρεια ξυλόγλυπτου «τοιχάρμαρου» (ερμαράκι γωνιάς), με παράσταση αγγέλων, το οποίο χρονολογείται στον 19ον αι. (Α.Μ. 27, διαστάσεις 109 x 61 εκ.), και προέρχεται από την κατεχόμενη Ακανθού. 

Οι ανάγλυφοι άγγελοι διακοσμούν το άνω μέρος των θυρόφυλλων τοιχάρμαρου, το οποίο ανήκει στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Το ερμαράκι πλαισιώνεται με φυτικό διάκοσμο και τα δίφυλλα ξυλόγλυπτα θυρόφυλλά του, στην ένωσή τους (αλλιώς «τουράς») φέρουν γραπτή διακόσμηση. Στο κάτω μέρος των θυρόφυλλων εντυπωσιάζουν οι λαϊκότροποι λέοντες, ενώ το υπόλοιπο μέρος καλύπτει ανάγλυφη γλάστρα με λουλούδια, που καταλήγουν στους άγγελους. Τα σκαλιστά μέρη επιζωγραφίστηκαν με λαδομπογιά κόκκινη, κίτρινη, πράσινη και μπλε. Αποτελεί σημαντικό δείγμα της λαϊκής μας τέχνης, μιας και είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της χρωματιστής ξυλογλυπτικής από την Ακανθού.

Το εσωτερικό  του τοιχάρμαρου αποτελείται από το ξύλινο σκελέτωμα και τα ράφια. Η ράχη του είναι ο ίδιος ο γωνιακός τοίχος, στον οποίο προσαρμόζεται το τοιχάρμαρο, για εξοικονόμηση  ξύλου. Στα τοιχάρμαρα φυλάγονταν τα σκεύη κουζίνας και τα τρόφιμα. 

Ο ξεχωριστός συνδυασμός ξυλογλυπτικής και χρωματιστής διακόσμησης, που συναντάται στο έκθεμά μας, άρχισε να ανθεί και να ακμάζει στο κεφαλοχώρι της Ακανθού στα μέσα του 19ου αιώνα. Η τέχνη αυτή, που σύμφωνα με τους ντόπιους επηρεάστηκε από Ελλαδίτη ξυλογλύπτη, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην περιοχή, αποτυπώνεται πάνω σε έπιπλα του αγροτικού σπιτιού, όπως κασέλες, τοιχάρμαρα, ράφια, σουβάτζες και πιο σπάνια σε καρέκλες. Τα ιδιότυπα, με έντονο λαϊκό χρώμα, ξυλόγλυπτα της Ακανθού εξαπλώθηκαν με γοργούς ρυθμούς και επηρέασαν τη γύρω περιοχή, τα χωριά ανατολικά προς τη χερσόνησο της Καρπασίας και νότια προς την πεδιάδα της Μεσαορίας.  


Το σχέδιο στα ξυλόγλυπτα τύπου Ακανθούς είναι ανάγλυφο συνήθως πιο χαμηλό από εκείνο της Λαπήθου. Τα θέματα που τα κοσμούν καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα. Τα κυριότερα είναι άγγελοι, σταυροί, πουλιά, αντιμέτωπα λιοντάρια που πλαισιώνουν δέντρα, δράκοι, ψάρια, άγκυρες, σχηματοποιημένα κυπαρίσσια, ρόδακες και άλλα φυτικά και γεωμετρικά μοτίβα σε παράλληλες οριζόντιες ταινίες, όλα σε τυποποιημένη μορφή με αδρά και καθαρά περιγράμματα.  Όπως φαίνεται αρκετά θέματα (άγγελοι, σταυροί, δράκοι) αντλούνται από το θεματολόγιο των ξυλόγλυπτων τέμπλων. Η επίδραση της εκκλησιαστικής τέχνης και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κάποιων μοτίβων είναι ολοφάνερος. Τα σκαλιστά σχέδια, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκθέματος, βάφονται με λαμπερά χρώματα από λαδομπογιά σε κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί, πράσινο και θαλασσί τόνο, ενώ το φόντο μένει στο φυσικό χρώμα του ξύλου ή σε ορισμένες περιπτώσεις φέρει χαρακτή επαναλαμβανόμενη διακόσμηση.   

Οι άγγελοι, που διακοσμούν το έκθεμά μας, είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα θέματα στην εκκλησιαστική τέχνη, λαμβάνοντας υπόψη και τον προστατευτικό τους ρόλο. Το κάτω μέρος του τοιχάρμαρου, όπως έχει αναφερθεί, κοσμούν λέοντες, που είναι στραμμένοι κατά μέτωπο με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά, τονίζοντας τον αποτροπαϊκό χαρακτήρα της παράστασης. Είναι χαρακτηριστικό, λοιπόν, ότι σε ένα έπιπλο της παραδοσιακής κατοικίας παρατηρήθηκε συσσώρευση παραδοσιακών συμβολικών και εικονιστικών στοιχείων, που ενωμένα σε κοινή συνισταμένη φανερώνουν την επιθυμία για προστασία της  με τη θεϊκή παρουσία και την ταυτόχρονη αποτροπή του κακού. 

Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών διαθέτει μια μεγάλη συλλογή έγχρωμης ξυλογλυπτικής, γνωστή ως τύπου Ακανθούς όπως σουβάντζες, τοιχάρμαρα, κασέλες, η οποία εκτίθεται μόνιμα, όπως και το έκθεμά μας στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, τηλ. 22 432578, www.cypriotstudies.org.

Επιμέλεια κειμένου: Kωνσταντίνα Χατζηβασίλη, Μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Βιβλιογραφία:
Δημητρίου, Μ. 2002. Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσέιου Κύπρου. Λευκωσία: Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών.
Παπαδημητρίου Ε. 1992. Εθνογραφικά Καρπασίας, Λευκωσία: Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών.
Παπαδημητρίου Ε. 2003. Η τέχνη του ξύλου στην Κύπρο. Λευκωσία: Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού – Πολιτιστικές Υπηρεσίες. 
Παπαδημητρίου, Ε. 1996. Η λαϊκή τέχνη της Κύπρου. Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου- Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας.
Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου Ε. 2006. “Γύψινες αρσέρες και σουβάντζες στην παραδοσιακή κατοικία της Κύπρου. Διακοσμητικά θέματα, συμβολισμοί και επιδράσεις”, Πρακτικά του Συνεδρίου Λαϊκή Τέχνη: Νέα Ευρήματα – Νέες Ερμηνείες, Αθήνα, 2-5 Νοεμβρίου 2006.
Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου Ε. 2006. Η Εθνογραφική Συλλογή του Ομίλου Λαϊκής, Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής.
Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου Ε. 2011. “Ξυλόγλυπτος, λιθόγλυπτος και ζωγραφικός διάκοσμος στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Κύπρου”, Πρακτικά του Συνεδρίου “Λαϊκός Πολιτισμός Κρήτης και Κύπρου”, Χανιά, Κρήτη, 21-24 Ιουλίου 2011, Εταιρεία Κρητικών Σπουδών, Ίδρυμα Ε. Καψωμένου, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Κύπρος.
Rizopoulou-Egoumenidou –Seretis. 2000. «Folk Art Stone Carving in Traditional Houses in the Village Of Mitsero», Report of the Department of Antiquities, Cyprus, 407-431.

Έκθεμα μήνα (Νοέμβριος)



Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός την τοιχογραφία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που κοσμεί το μέτωπο του τόξου του μεσαιωνικού μοναστηριού, στο οποίο σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Πρόκειται για την μοναδική σωζόμενη τοιχογραφία της Βενετοκρατίας (1489-1571)  στη Λευκωσία, η οποία χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 16ου αιώνα. Υπολείμματα τοιχογραφιών διατηρούνται και στον παράπλευρο χώρο, που στεγάζεται με σταυροθόλιο. Πρόκειται για διακοσμητικά μοτίβα από κύκλους, που εγγράφουν ανθέμια και βρίσκονται στο περιθύρωμα της δυτικής θύρας. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος συσχετίζεται με ανάλογα μοτίβα στη Μονή της Παναγίας Ασπροφορούσας στο Μπέλλαπαϊς και στο ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στην Αμμόχωστο και είναι πολύ πιθανόν ο χώρος αυτός να ήταν κατάγραφος. Η παράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον καμαροσκεπή προθάλαμο είναι καλύτερα διατηρημένη από τις προηγούμενες, παρά τις απολεπίσεις και τις πτώσεις της ζωγραφικής επιφάνειας λόγω της μικτής τεχνικής, που έχει χρησιμοποιηθεί και τις εκκρούσεις ιδιαίτερα στο άνω τμήμα της παράστασης λόγω της πρόθεσης για αντικατάσταση της τοιχογραφίας με καινούργια παράσταση. Από τη φθορά καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό τα πρόσωπα των εικονιζομένων μορφών, καθώς επίσης μεγάλο τμήμα της επιγραφής. Ο γλυπτός διάκοσμος του τόξου, δίπλα από την τοιχογραφία έχει ζωγραφισθεί με κεραμιδί χρώμα, όπως έγινε και στην περίπτωση του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στην Αμμόχωστο, μετά την επιδιόρθωση και τοιχογράφησή του. Η αισθητική αποκατάσταση, που έγινε το καλοκαίρι του 2012 κατά τη διάρκεια της συντήρησης χάρη στην ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Φώτου Φωτιάδη, της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και του Τμήματος Αρχαιοτήτων, επιτρέπει σήμερα στους επισκέπτες να θαυμάσουν με μεγαλύτερη ευκρίνεια την όλη σύνθεση.
Η παράσταση διαδραματίζεται σύμφωνα με την καθιερωμένη εικονογραφία του Ευαγγελισμού έξω από την οικία της Θεοτόκου σύμφωνα την ευαγγελική περικοπή (Κατά Λουκάν α΄, κστ΄). Η Θεοτόκος εικονίζεται στη δεξιά πλευρά της παράστασης σε ξυλόγλυπτο θρόνο χωρίς ερεισίνωτο, ακουμπώντας τα πόδια της σε  κλιμακωτό ορθογώνιο υποπόδιο δύο βαθμίδων σε πράσινο έδαφος να κοιτάζει έκπληκτη τον αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος έρχεται από την αριστερή πλευρά της παράστασης με μεγάλο διασκελισμό. Η όλη εικονογραφία του Ευαγγελισμού παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τον Οίκο Α στο λεγόμενο Λατινικό Παρεκκλήσιο της Μονής του Αγίου Ιωάννου Λαμπαδιστού στον Καλοπαναγιώτη,, τόσο ως προς τη στάση της Θεοτόκου, όσο και ως προς τη στάση του Αρχαγγέλου. Η παράσταση ακολουθεί τα κύρια χαρακτηριστικά της κυπροαναγεννησιακής τεχνοτροπίας του α΄ τετάρτου του 16ου αιώνα, τα οποία είναι εμφανή ιδίως στα πρόσωπα των απεικονιζόμενων μορφών. Η χρήση της γρήγορης πινελιάς για την απόδοση των ξυλόγλυπτων Μουσών στις γωνίες του θρόνου της Θεοτόκου θυμίζει την τεχνοτροπία του καλλιτέχνη του «Λατινικού Παρεκκλησίου» στον Καλοπαναγιώτη.
Συμπερασματικά, οι διασωθείσες τοιχογραφίες στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών είναι ιδιαίτερα σημαντικές και μοναδικές, γιατί καταδεικνύουν ότι η Λευκωσία την περίοδο της Βενετοκρατίας ήταν το κέντρο των καλλιτεχνικών εξελίξεων στο νησί και αντανακλούσε προς την περιφέρεια τις νέες τάσεις στην τέχνη.

Δρ. Ιωάννης Α. Ηλιάδης, Αντιπρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
   

Έκθεμα μήνα
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα την ελαιογραφία «Ο Γάμος» του λαϊκού ζωγράφου Μιχαήλ Κάσ̌αλου. Φέρει μία από τις υπογραφές του καλλιτέχνη, «Μιχαήλ Κκάσιαλος». Η ελαιογραφία (127x59εκ.) ανήκει στις συλλογές του Μουσείου από το 1963, χρονολογία κατά την οποία αγοράσθηκε ο πίνακας.
Ο Μιχαήλ Κάσ̌αλος καταγόταν από την Άσκεια («Άσσια»), κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου και γεννήθηκε το 1885. Σε πολύ νεαρή ηλικία έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη. Ασχολείτο επίσης με τη γλυπτική και την αγιογραφία. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε ηλικία 75 ετών. Αν και αυτοδίδακτος δημιούργησε πολλά και σημαντικά έργα, τα οποία αντανακλούν τα έθιμα, τα ήθη, τις αντιλήψεις και τις ασχολίες  της εποχής.
Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του είναι ο πίνακας «Ο Γάμος», από τον οποίο αντλούμε πολλά στοιχεία για τα έθιμα του παραδοσιακού γάμου. Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της τέχνης του είναι η «φωτογραφική ακινησία», χαρακτηριστικό, το οποίο συναντούμε και στον εν λόγω πίνακα. Ο ζωγράφος τοποθέτησε στο έργο του διαφορετικές σκηνές, με πρωταγωνιστές το ανδρόγυνο, οι οποίες ακολουθούν η μια την άλλη σε μια αλληλουχία, όπως γινόταν και στην πραγματικότητα.
Συγκεκριμένα, στην κεντρική σκηνή παρουσιάζεται το ανδρόγυνο, μετά την τέλεση του γάμου να εξέρχεται από την εκκλησία, κρατώντας ο ένας τον άλλο και ακολουθώντας τον ιερέα, ο οποίος κρατεί τα στέφανα του γάμου. Το νεαρό ζευγάρι ακολουθούν  οι χωριανοί-καλεσμένοι και οι οργανοπαίκτες (ο βιολάρης και ο λαουτάρης). Στο βάθος δεξιά παρουσιάζονται ανδρικές μορφές να κρατούν τα εξαπτέρυγα. Η σκηνή αυτή μάς παραπέμπει στο μυστήριο του γάμου και συγκεκριμένα στο «χορό του Ησαΐα». Στο κέντρο του πίνακα απεικονίζεται η καρατόμηση ενός κόκορα. Σε κάποια χωριά της Κύπρου υπήρχε το έθιμο να σφάζουν ένα κόκορα μετά το γάμο για εξορκισμό του κακού, για καλοτυχία αλλά και για να έχει γερά θεμέλια ο γάμος. Επίσης, η εικόνα του κόκορα μάς μεταφέρει συνειρμικά και στο γαμήλιο γλέντι, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι χωριανοί, προσφέροντας τρόφιμα και πουλερικά.
Παρατηρώντας τον πίνακα στα δεξιά μπορούμε να εντοπίσουμε δύο άλλα έθιμα. Στη μια σκηνή παρουσιάζεται η νύφη να τοποθετεί το δάκτυλό της μέσα σε ένα βαζάκι μέλι και να φιλά το χέρι της πεθεράς της. Το έθιμο αυτό υποδηλώνει το σεβασμό, που έπρεπε να έχει το νεαρό κορίτσι προς την πεθερά της, αλλά και τη γλυκιά ζωή, που θα ευχόταν να έχει στο εξής. Σε αρκετά χωριά της Κύπρου η πεθερά προσέφερε μέλι και καρύδια στην νύφη της, για να έχει μια γλυκιά ζωή και πολλούς απογόνους. Στην επόμενη σκηνή παρουσιάζεται ένα άλλο έθιμο, κατά το οποίο ο γαμπρός και ο κουμπάρος του, σπάζουν ένα ρόδι, σύμβολο της γονιμότητας και της ευλογίας, στην είσοδο του σπιτού των νεόνυμφων. Το τελευταίο έθιμο διατηρείται ακόμη και σε άλλες περιστάσεις του εθιμικού κύκλου σε κάποιες περιοχές του νησιού.  Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όλες οι μορφές παρουσιάζονται με παραδοσιακές φορεσιές. Οι πίνακες του Κάσ̌αλου συνιστούν όντως μια σημαντική πηγή για τη λαογραφική έρευνα.  
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης έχοντας ως πρωτογενή πηγή τον πίνακα του Κάσ̌αλου καλεί τα παιδιά, μέσα από το νέο του εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σε έναν πρωτότυπο γάμο, αναβιώνοντας αισθήσεις και έθιμα, ξεχασμένα εδώ και καιρό.
Για περισσότερες πληροφορίες αποταθείτε στο τηλ. 22432578 και στην ιστοσελίδα μας www.cypriotstudies.org.


Κείμενο: Νεκταρία Κοκκίνου, μέλος των Φίλων του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου

Έκθεμα μηνός Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου

Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει ως έκθεμα του μηνός Σεπτεμβρίου ένα κάδρο με κουκκούλια (65x58cm, ΑΜ 856) το οποίο έχει δωρίσει στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης ο Χρίστος Ιωακείμ από την Άσσια. Το αντικείμενο δόθηκε στο Μουσείο στις 25 Απριλίου 1961. Το εν λόγω έργο έχει διασωθεί  πριν τη τουρκική εισβολή, χάρη στη δωρεά του στο Μουσείο, αφού η Άσσια είναι κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου. 

Το κέντημα φέρει διακόσμηση από φυτικά μοτίβα φτιαγμένα με κουκκούλια μεταξοσκώληκα σε βάση από ύφασμα χρώματος βυσσινί. Τα μοτίβα πλαισιώνουν μια παλιά φωτογραφία (9x13cm) δύο ανδρών, οι οποίοι φέρουν παραδοσιακές φορεσιές. Η ταυτότητα των προσώπων είναι άγνωστη, πιθανότατα όμως να σχετίζονται με τον δωρητή.

Το έργο αυτό αποτελεί σημαντικό δείγμα της λαϊκής μας τέχνης, αφού είναι ένα από τα βασικά διακοσμητικά στοιχεία, που συναντούμε στις οικίες του 19ου και 20ού αιώνα. Ωστόσο, πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η τεχνική κατασκευής του εν λόγω έργου, αφού στηρίζεται στην επαναχρησιμοποίηση υλικών και συγκεκριμένα των κουκκουλιών, τα οποία χρησιμοποιούνταν στην υφαντική τέχνη. Είναι γνωστό ότι οι Κύπριοι συνήθιζαν να αξιοποιούν ότι υλικό είχαν στη διάθεσή τους, ακόμα και υλικά τα οποία δεν είχαν ιδιαίτερη χρηστική αξία. Συγκεκριμένα, τα τρύπια κουκκούλια του μεταξοσκώληκα δεν τα πετούσαν, αν και φαινομενικά ήταν άχρηστα, αλλά τα έβαζαν σε αλουσίβα (μίγμα νερού και στάχτης) και σαπούνι και τα ζέσταιναν για να μαλακώσουν. Στη συνέχεια τα έπλεναν με καθαρό νερό και τα στέγνωναν. Με αυτό τον τρόπο επεξεργάζονταν αυτό το υλικό και έφτιαχναν έργα τέχνης τα οποία συναντούμε σε όλη την Κύπρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους κεντήματα δίδονταν ως δώρα στους γάμους.

Το έργο εντάσσεται στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης και χρησιμοποιείται ως βασικό παράδειγμα στα παιδιά για την αξία της ανακύκλωσης. Θέμα στο Μουσείο για την εβδομάδα 21-29 Σεπτεμβρίου είναι η Ανακύκλωση στα πλαίσια και των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Οι δραστηριότητες στο Μουσείο κορυφώνονται το Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου.

Επιμέλεια: Νεκταρία Κοκκίνου, μέλος των Φίλων του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.
Βιβλιογραφία: Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης. Α. Πιερίδη, Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, εκδ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Λευκωσία 1991, σ.58.

Πληροφορίες στο τηλ. 22 432578, www.cypriotstudies.org





Έκθεμα μηνός Αυγούστου στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου
Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει ως έκθεμα του μηνός Αυγούστου  μια ελαιογραφία (61x122cm), δωρεά του κυρίου Ανδρέα Χ. Χρυσαφή, εις μνήμη του υιού του Αλέξη. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράζει τις θερμές του ευχαριστίες προς τον κ. Χρυσαφή, ο οποίος παρέδωσε τον πίνακα στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου στις 15 Ιουνίου 2013.
Ο Αντρέας Χαραλάμπους Χρυσάφης γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Αμβρόσιος της Κερύνειας. Τα δύσκολα χρόνια της παιδικής ηλικίας του τον ανάγκασαν να εργάζεται από τα ένδεκά του χρόνια. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ενάντια στον αποικιακό ζυγό, υπήρξε ένα ορόσημο γι’ αυτόν, αφού για ένα μικρό διάστημα συλλαμβάνεται από τους Άγγλους, όντας ακόμη μαθητής. Μόλις αφέθηκε ελεύθερος οι γονείς του, φοβούμενοι για τη ζωή του, τον στέλλουν στην Αγγλία. Εκεί εγγράφεται στο Γυμνάσιο του Χόλλαντ Παρκ και σπουδάζει Κλασσική Μουσική, Τέχνη και Αρχιτεκτονικό Σχέδιο. Όντας άριστος, έγινε δεκτός στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής, την οποία εγκατέλειψε για να μπορέσει να εργασθεί. Μεταναστεύει με τη σύζυγό του στο Βανκούβερ του Καναδά και κατόπιν επιστρέφει στην Αγγλία.
Ο κ. Χρυσαφής ζωγράφισε την ελαιογραφία τον Αύγουστο του 2011. Έχει εμπνευσθεί από το Θέατρο Σκιών, φέρει τον τίτλο «Καραγκιόζης» και θα τοποθετηθεί στην αίθουσα Θεάτρου Σκιών της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών. Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά για το έργο του:
«Το θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη εξελίχθηκε σ' ένα λαϊκό παραδοσιακό θέαμα που αποτέλεσε τρόπο διασκέδασης σε χώρες, όπως η Κίνα Ινδονησία, Ινδία,  Ελλάδα, Κύπρος, και τον Αραβικό Κόσμο, μέχρι που έφτασε και στην Ευρώπη. Είναι πια ένας γνωστός τρόπος ψυχαγωγίας παγκοσμίως. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν η πρώτη μορφή σινεμά που χρησιμοποιούσε ένα στημένο σεντόνι με μια πηγή φωτός στο παρασκήνιο ενώ κάποιες μορφές «κολλούσαν» στο πίσω μέρος του με ένα ηθοποιό να τις κινεί. Τα παιδιά έχουν αγαπήσει το «Θέατρο Σκιών», όπως αγαπούν τις κινούμενες κούκλες».

Το έργο αυτό μάς μεταφέρει στον κόσμο του Θεάτρου Σκιών, αφού στην σκηνή του παρουσιάζονται σχεδόν όλοι οι γνωστοί ήρωες του Θεάτρου Σκιών. Μας θυμίζει τις παλιές καλές μέρες, όπου μικροί και μεγάλοι έτρεχαν να παρακολουθήσουν τους καραγκιοζοπαίχτες μας, οπουδήποτε κι αν έδιναν παραστάσεις, σε πόλεις, χωριά, καφενεία, πλατείες και σχολεία. Η ελαιογραφία εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, τηλ. 22 432578, www.cypriotstudies.org



Έκθεμα του Μήνα Ιουλίου
Ιστορίες Βγαλμένες από το Μουσείο



ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
 
Το Μουσείο Λαἳκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα Ιουλίου, ένα πετσετάκι καμωμένο με σμιλί. Το πετσετάκι το οποίο ανήκει στις συλλογές του Μουσείου Λαἳκής Τέχνης (Α.Μ 3365),  δωρήθηκε το 2012 από την κυρία Κυριακή Κώστα Αντωνίου, η οποία κατάγεται από το χωριό Μάσαρη – Μόρφου.
Το μεράκι της συμμερίζεται και ο σύζυγός της κ. Κώστας Αντωνίου, από την Φιλιά, ο οποίος την συνοδεύει παντού. Μάλιστα ο ίδιος μας πληροφόρησε ότι εργαζόταν κοντά στην περιοχή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, δίπλα από την Σεβέρειο Βιβλιοθήκη. Ο πατέρας του τον έβγαλε από το σχολείο 15 χρονών και μαθήτευσε κοντά στον κ. Ευριπίδη Τσεριώτη, για να μάθει την τέχνη του μακενιστρή (ράπτης υποδημάτων).
Το κέντημα με σμιλί αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ενασχόλησης των γυναικών του χωριού μέχρι και το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα. Η απεικόνιση της ‘αιώνιας’ αγάπης που πρέπει να διέπει τους νεόνυμφους, καθώς και άλλες παρόμοιες απεικονίσεις με την ίδια θεματολογία, δίνονταν ως δώρα στους γάμους, είτε σε κάδρα είτε από μόνα τους. Αρκετά νέα ζευγάρια όπου οι γάμοι τους τελούνταν τόσο στα Μάσαρη όσο και στα γύρω χωριά του διαμερίσματος Μόρφου λάμβαναν τα δώρα αυτά. Ένα μεγαλοπρεπές δώρο, το οποίο και δινόταν ως ενθύμιο για τη ξεχωριστή ημέρα του γάμου. Το γεγονός αυτό επαναλαμβανόταν συστηματικά ως μία διάδοχη παράδοση από γενιά σε γενιά, τουλάχιστον μέχρι και το 1974, οπόταν και αυτό διεκόπηκε βίαια και βάναυσα. Δυστυχώς από τότε το χωριό τελεί υπό κατοχή όπως και το 37% της Κύπρου, συνεπεία της παράνομης τουρκικής εισβολής.
Το έργο αυτό απεικονίζει στο κέντρο, δύο λευκά περιστέρια, ‘φιλικουτούνια’, τα οποία κρατούν δύο καρδούλες, οι οποίες και ενώνονται μεταξύ τους. Στο άνω μέρος, ως συνέχεια του έργου, οι δύο βέρες των νεόνυμφων ανάμεικτες μεταξύ τους. Η συμμετρία και οι αναλογίες των απεικονίσεων ‘δένουν’ μεταξύ τους, προσδίδοντας έτσι μια απλή αρχοντιά και αρμονία ανάμεσά τους. Διακρίνονται επίσης τα αρχικά γράμματα του γαμπρού και της νύφης καθώς και η χρονολογία του γάμου ή της επετείου, με κέντημα φιλέ.
Η ενασχόληση και η εφαρμογή της τεχνικής του κεντήματος με σμιλί, συνεχίζεται ακόμη και σήμερα από την κα Κυριακή Αντωνίου, η οποία είναι κάτοχος αρκετών τέτοιων δημιουργημάτων. Αρκετά από τα έργα της βρίσκονται στην κατοχή της και κάποια άλλα τα έχει χαρίσει. Η μεγάλη χαρά και ικανοποίηση της Κυριακής Κώστα Αντωνίου, όπως αυτή αναφέρει είναι, η εκμάθηση της τεχνικής αυτής στη νέα γενιά και η διατήρηση της παράδοσης. 
Δρ. Ελευθέριος Αντωνίου, Μέλος Δ.Σ. της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών


Τηλ. Επικ. 22 432578. www.cypriotstudies.org

Έκθεμα του Μήνα Ιουνίου
Ιούνιος ή «Πρωτογιούνης», ο μήνας που αρχίζουν να ωριμάζουν οι καρποί. Σύμφωνα με λαογραφική καταγραφή της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών αυτό τον μήνα εμφανίζεται ο αστερισμός της Πλειάδος, αλλιώς «Οπλειάς», και μέχρι της εμφάνισης του πρέπει όπωσδήποτε να θεριστούν τα σπαρτά, αλλιώς «κασιάζουν», δηλαδή ξηραίνονται υπέρ του δέοντος. Λαογραφικές παρατηρήσεις έχουμε επίσης όσον αφορά την εορτή του Αγίου Ονουφρίου (12 Ιουνίου), ο οποίος τιμάται διότι εμβάλλει φρόνηση στα άτακτα παιδιά. Επιπλέον στην εορτή τ’ «Άη Γιαννιού του Λαμπροφόρου» (24 Ιουνίου) σε κάποια χωριά διατηρούσαν ένα έθιμο που απαγορεύτηκε στην Έκτη Οικουμενική Σύνοδο (680 μ.Χ., 65Ος κανών). Άναβαν φωτιές στους δρόμους ή πριν την εξώθυρα κάθε σπιτιού  και οι νέοι προσπαθούσαν να πηδήξουν πάνω από αυτές τραγουδώντας:
Ψύλλοι, ψύλλοι φύετε τζαι κορκοί ψοφήσετε,
 τζι’ Άη Γιάννης έρκεται με το κονταρόξυλον
τζαι κονταροξυλίζει σας
(ή τζι Άης Γιάννης έρκεται με της σιεροματσούκαν του).

29 Ιουνίου εορτάζουμε επίσης τον Απόστολο Πέτρο και Παύλο, ημέρα κατά την οποία λήγει και η σχετική νηστεία η οποία λέγεται «πορτίν της παπαδκιάς», λόγω του βραχύχρονού της. Στην Πιτσιλιά λέγεται και «σαρακοστή των ασιέρων» (άχυρων), γιατί τότε μαζεύουν το «μαυράσιερον» (ποώδης βίκος) από τα βουνά και τα αμπέλια για να ταΐσουν τα ζώα.

  Ως εκ τούτου, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να παρουσιάσει ως έκθεμα του Μήνα Ιουνίου αντικείμενα που σχετίζονται με την αγροτική ζωή της Κύπρου μας. Πρόκειται για   δυο σακιά, τα οποία μας δώρισε η κυρία Ροδούλα Παντελή Καμηλάρη από τα Πέρα Ορεινής, τον Μάΐο του 2013, στην οποία και εκφράζουμε τις θερμές μας ευχαριστίες. Ο κ. Γεώργιος Καμηλάρης, ένα από τα δραστήρια μέλη της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών με μεγάλη συγκίνηση παρέδωσε εκ μέρους της κυρίας Ροδούλας Παντελή Καμηλάρη τα σακιά στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου για να συμπληρώσει  τη συλλογή αγροτικής ζωής του Μουσείου μας και μας μετέφερε τη δική τους ιστορία.
Τα σακιά κατασκευάστηκαν στον αργαλειό από χοντρό βαμβακερό νήμα, στη δεκαετία του 1940, από τον Ηλία Σακκά και το γιο του Αντρέα, κατοίκων Περάτων. Ανήκαν αρχικά στον πατέρα της δωρήτριας, Παναή Κατελάρη που στις αρχές της δεκαετίας του 1960 παραχώρησε στην κόρη του ως μέρος της προίκας της.
Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο κ. Καμηλάρης, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δούλευαν στα Πέρα τρεις υφαντές σακιών: Ο Γεώργιος Βούργιας που επαγγέλλετο και τον κουρέα, ο προαναφερθείς Ηλίας Σακκάς και ο γιος του Αντρέας. Οι τελευταίοι κατάγονταν από την Ανάγυια και κατοίκησαν στα Πέρα όταν ο Αντρέας Σακκάς παντρεύτηκε στο χωριό το 1943.
Τα σακιά χρησιμοποιούνταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 για τη μεταφορά σιταριού και κριθαριού από το αλώνι στο σπίτι του γεωργού φορτωμένα στη ράχη γαϊδουριού, αλλά επίσης και χαρουπιών και αμυγδάλων. Με την εμφάνιση των θεριζοαλωνιστικών μηχανών (κομπάιν) στα Πέρα, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και τη χρήση εισαγόμενων σακούλων από λινάρι σταμάτησε η χρήση των σακιών. Χρησιμοποιούνταν επίσης για τη μεταφορά αχύρου από το αλώνι στον αχυρώνα του γεωργού, αλλά και κοπριάς των ζώων του νοικοκυριού (αγελάδων και γαϊδουριών) στα χωράφια μέσα στον Οκτώβριο.
Η κατασκευή του σακιού απαιτούσε εργασία περίπου δύο ημερών για την ύφανση και το ράψιμό του και επωλείτο κατά την περίοδο εκείνη προς πέντε σελίνια το ένα. Η πληρωμή γινόταν συνήθως με την ανταλλαγή προϊόντων. Οι σκούρες διακοσμητικές ζώνες υφαίνονταν με βαμμένο νήμα. Ο σακκάς είχε τον δικό του αργαλειό και εργαλεία για την ύφανση του σακιού.
Στόχος του Μουσείου μας είναι να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες για το επάγγελμα του σακκά, τον τρόπο ύφανσης των σακιών και τους σακκάδες που δρούσαν σε κάθε χωριό. Αν έχετε πληροφορίες παρακαλούμε όπως αποταθείτε στο τηλ. 22 432578

Έρευνα και Σύνταξη κειμένου για τα σακιά: Γεώργιος Καμηλάρης. Μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών και της Επιτροπής Φίλων του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.
Σύνταξη και Επιμέλεια Κειμένου: Ελένη Χρίστου, Διευθύντρια του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου 













ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΑΪΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
Έκθεμα του Μήνα Μαΐου
Γι’ αυτό το μήνα έχουμε επιλέξει να σας παρουσιάσουμε ως έκθεμα του Μήνα το ίδιο το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών. Ο ιστορικός χώρος, στον οποίο στεγάζεται  το  Μουσείο, αλλά και τα ίδια τα εκθέματά του συνιστούν σημαντικούς φορείς της παράδοσής μας, της συντήρησης και ανάπτυξης της  μνήμης και της δημιουργικότητάς μας.  Αυτό αποτελεί και το σύνθημα της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων, η οποία εορτάζεται κάθε χρόνο στις 18 Μαΐου. Κάθε χρόνο το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) επιλέγει ένα θέμα και μουσεία σε όλο τον κόσμο διοργανώνουν σχετικές εκδηλώσεις. Για το 2013 το θέμα είναι "Μουσεία (Μνήμη + Δημιουργικότητα)= Κοινωνική Αλλαγή". Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών ήδη από το 1936 αγωνίζεται γι’ αυτή την κοινωνική αλλαγή μέσω  και του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου με ουκ ολίγες δραστηριότητες.
Μουσείο είναι ο χώρος όπου βασιλεύουν οι Μούσες των τεχνών. Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, με πρώτο διευθυντή τον Αδαμάντιο Διαμαντή, είναι ένας χώρος όπου συναντούμε τη ζωντανή παράδοση του νησιού μας, ξεκινώντας από τα αρχαία χρόνια έως και τα νεότερα χρόνια. Η τέχνη του λαού μας ζωντανεύει μπρος στα μάτια μας σε όλους τους τομείς, με εξαίρετα δείγματα υφαντικής- κεντητικής, αγγειοπλαστικής, μεταλλοτεχνίας, ξυλογλυπτικής, λιθογλυπτικής, καλαθοπλεκτικής, δερματοτεχνίας, λαϊκής ζωγραφικής, αλλά και αντικείμενα καθημερινής ζωής. Τα περισσότερα εκθέματα προέρχονται από τις κατεχόμενες μας περιοχές, μετά από οργανωμένες περιοδείες των μελών της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών τις δεκαετίες του 40 κι εξής.
 Η διαπίστωση των παιδιών μέσα από το εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα ότι οι παλιοί σέβονταν το χώρο τους, την πανίδα και την χλωρίδα, ότι έκαναν βίωμα τους όρους ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση, χωρίς καν να τους διδαχθούν κι ότι μέσα από την ιστορία, διατηρείται η μνήμη και αναπτύσσεται η δημιουργικότητά τους είναι ίσως η πιο σημαντική ικανοποίηση για τους εθελοντές του Μουσείου μας και για την ίδια την Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών. Με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι τα παιδιά πήραν σοβαρά  τον ρόλο που τους αναθέσαμε, ως πρεσβευτές του Μουσείου μας στον κόσμο. Αρκετά από τα παιδιά επέστρεψαν με τους γονείς τους για να τους ξεναγήσουν τα ίδια στο Μουσείο και να τους «παραδώσουν» με την σειρά τους τις γνώσεις που πήραν από την επίσκεψή τους στο Μουσείο.
Ποια η πρώτη αντίδραση του επισκέπτη στο χώρο; Εκπλήσσεται, δεν περιμένει να συναντήσει ένα μεσαιωνικό μοναστήρι με μια εντυπωσιακή αψίδα που κρύβει μέσα της τοιχογραφία του 16ου αιώνα με τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου», έργο κυπροαναγεννησιακής τεχνοτροπίας, την αρχαιότερη διασωθείσα τοιχογραφία στη Λευκωσία. Το μοναστήρι «κρύβεται» μέσα στις μεταγενέστερες εξωτερικές επεμβάσεις που έγιναν στις αρχές του 18ου αιώνα για την μετατροπή του κτηρίου σε Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο. Το κτήριο είναι διώροφο και δεσπόζει στη βόρεια πλευρά του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου-Πίπη. Στο ισόγειο ο επισκέπτης μπορεί να ξεναγηθεί στα μικρά δωμάτια του μοναστηριού, στα οποία εκτίθενται οι συλλογές του Μουσείου. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στο κοινό η κρύπτη στο βάθος του Μουσείου, η οποία οδηγεί σε υπόγεια τούνελ που συνδέονται με την κρύπτη των Φιλικών του Παγκυπρίου Γυμνασίου και στα ενετικά τείχη της πόλης. Αποκορύφωμα της βιωματικής εμπειρίας, το αφιερωμένο στον Αδαμάντιο Διαμαντή, ποίημα του Γ. Σεφέρη «Λεπτομέρειες στην Κύπρο» που συνδέεται με την χειροποίητη θύρα από τον Ναό Αγίου Μάμαντος Ιδαλίου, η οποία εκτίθεται στο Μουσείο.
Το ανώγειο είναι προσβάσιμο από εξωτερική μνημειακή σκάλα, η οποία φέρει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, αφού σε αυτήν συνελήφθη το 1821 ο Εθνομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός για να οδηγηθεί στην αγχόνη. Στο ανώγειο δίδεται η ευκαιρία στον επισκέπτη να νιώσει τον παλμό του παλαιού Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου και της Εθναρχίας της Κύπρου, τους πλέον ιστορικούς χώρους της Παλαιάς Λευκωσίας. Τα δωμάτια των Αρχιεπισκόπων Κυπριανού (πρώην Ελληνική Σχολή Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου), Μακαρίου Β΄ και Γ΄, το Μεγάλο και Μικρό Συνοδικό διατηρούνται ως εκθεσιακοί χώροι, αλλά παράλληλα χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών για διαλέξεις, συνέδρια, βιβλιοθήκη και εκθέσεις.
Το κτήριο της Παλαιάς Αρχιεπισκοπής παραχωρήθηκε στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄, ο οποίος ανέλαβε και τα έξοδα συντήρησής του. Ένα εξωτερικό δωμάτιο του ανωγείου προσαρμόστηκε σε αίθουσα Θεάτρου Σκιών, όπου εκτίθενται οι συλλογές μεγάλων καραγκιοζοπαίκτων της Κύπρου και υπάρχει μόνιμα εγκατεστημένη η σκηνή του αείμνηστου Χριστόδουλου Πάφιου. Σ’ αυτό το χώρο θα δοθούν παραστάσεις στις 18 Μαϊου, από την Λένα Σπανού και τον Χριστόδουλο Αντωνίου Πάφιο.
Για να συνεχίσει το Μουσείο να λειτουργεί χρειάζεται την οικονομική αρωγή της Πολιτείας, της Εκκλησίας, αλλά και την έμπρακτη βοήθεια του λαού μας, μέσα από τον εθελοντισμό, τις δωρεές αντικειμένων, τις χορηγίες για τη συντήρηση κειμηλίων και αναπαλαίωση των κτηριακών εγκαταστάσεων και για τη συνέχιση του εκδοτικού έργου.
Στις 18 Μαΐου – Διεθνή Ημέρα Μουσείων έχει κινητοποιηθεί μετά από κάλεσμά μας μεγάλη ομάδα εθελοντών από διάφορους χώρους (καθηγητές,  ηθοποιοί, μουσικοί, καλλιτέχνες, παραδοσιακοί τεχνίτες ακόμη και μαθητές), οι οποίοι στηρίζουν το έργο του Μουσείου για την διατήρηση των παραδόσεων μας. Σύνθημα της εκδήλωσής μας «Να θυμηθούμε οι παλιοί, να μάθουμε οι νεώτεροι, να χαρούμε και να δημιουργήσουμε…»
Όλα αυτά την Μέρα και Νύχτα Μουσείων στις 18 Μαΐου 2013 από τις 9:00-21:00. Το πρόγραμμα είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Μουσείου: www.cypriotstudies.org. Το κοινό λόγω των περιορισμένων θέσεων στους χώρους δραστηριοτήτων καλείται να δηλώσει έγκαιρα τη συμμετοχή του στο ηλεκτ. ταχυδρομείο: cypriotstudies@gmail.com, τηλ. 22-432578, τηλ/τυπο 22- 343439.
Κείμενο: Ελένη Χρίστου, Ταμίας Δ.Σ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών





Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Μαρτίου ένα παλαίτυπο (Α.Μ. 3288), το οποίο δωρήθηκε το 2012 για τις Συλλογές Σπανίων Εκδόσεων της Εταιρείας από τον γεωπόνο και μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, δρα Χαράλαμπο Κορδάτο. Πρόκειται για έκδοση Βενετίας του έτους 1832 υπό τον τίτλο «Εὐαγγέλιον τὸ Ἱερὸν καὶ ἡ Ἀποκάλυψις Ἰωάννου», η οποία τυπώθηκε στα Τυπογραφεία του εξ Ιωαννίνων Νικολάου Γλυκέος. Το μικρών διαστάσεων (10,5Χ7 εκ.) «φυλακτήριον ἔνθεον» («ευαγγέλιο τσέπης», θα έλεγε κάποιος σήμερα) ανήκε στη μητέρα του κ. Κορδάτου, την Σοφία Κορδάτου. Αποτελείται από 502 σελίδες και δύο λευκές, εκ των οποίων δώδεκα σελίδες του είναι δίχρωμες, μαύρου και ερυθρού χρώματος. Περιλαμβάνει χειρόγραφες σημειώσεις στις δύο λευκές σελίδες του και δερμάτινη στάχωση, ενώ στη ράχη αναγράφεται με χρυσά γράμματα «ΤΕΤΡΑΕΥΑΓΓΕΛΟ». Στην έκδοση αυτή προτάσσεται Προλογικό σημείωμα του τυπογράφου και στην αρχή κάθε ευαγγελίου παρεμβάλλεται ολοσέλιδο χαρακτικό. Στην τελευταία σελίδα υπάρχει σημείωση του τυπογράφου, πως το παλαίτυπο πωλείτο πέντε λίρες Αυστρίας.
Η πρώτη έκδοση βιβλίου έγινε ως γνωστόν από τον Γουτεμβέργιο γύρω στα μέσα του 15ου αιώνος. Τα έντυπα, που τυπώθηκαν έως το έτος 1500 ονομάζονται αρχέτυπα, ενώ εκείνα που τυπώθηκαν από το 1501 έως τα τέλη του 19ου αιώνος λέγονται παλαίτυπα. Η οθωμανική αυτοκρατορία επικαλούμενη τη Μουσουλμανική θρησκεία δεν επέτρεπε τις απεικονίσεις και ως εκ τούτου απαγόρευε την Τυπογραφία στο έδαφός της. Ουσιαστικά επρόκειτο για πρόφαση, με σκοπό να μην επιτρέπει τη λειτουργία Τυπογραφείων στα εδάφη της, ώστε να αποτρέψει τυχόν επαναστατικές κινήσεις, που κάνοντας χρήση της Τυπογραφίας θα μπορούσαν να έχουν μαζική απήχηση και επιρροή στον κόσμο. Από την άλλη όμως δεν απαγόρευε την κυκλοφορία εντύπων στα εδάφη της. Τα ελληνικά έντυπα επέδειξαν μία παγκόσμια πρωτοτυπία της εποχής. Εντάσσονται στις πρώτες εκδοτικές δημιουργίες και συνέχισαν με ανοδική πορεία να τυπώνονται στην ελληνική γλώσσα, αλλά εκτός της οθωμανικής επικράτειας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εκδοτική άνθηση στις περιοχές, όπου υπήρχαν ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού (π.χ. Βενετία, Βιέννη, Βουδαπέστη, Λειψία, Βουκουρέστι).
Εκδοτικές πρωτοβουλίες επί Τουρκοκρατίας ανέπτυξαν μεταξύ άλλων και τα μοναστήρια, τόσο με χαρακτικά (απεικονίσεις μονών, αποτυπώσεις ιερών εικόνων κτλ.), όσο και με βιβλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την Κύπρο αποτελούν οι εκδόσεις της Ι. Μονής Κύκκου. Το παρόν ευαγγέλιο αποτελεί σχετικά σπάνιο παλαίτυπο, αφού στην καταγραφή της ελληνικής βιβλιογραφίας, που επιχειρήθηκε από τον Φ. Ηλιού, έχουν εντοπισθεί έως τώρα, άλλα τρία μόνον αντίτυπά του (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη Αθηνών, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και Ι. Μονή Λειμώνος Λέσβου).
Χαράλαμπος Γ. Χοτζάκογλου



Έκθεμα του Μήνα.
Μικρές Ιστορίες βγαλμένες απ’ το Μουσείο

Κάθε αντικείμενο κρύβει τη δική του ιστορία και έχει να μας πει πολλά για τους ανθρώπους της εποχής που το χρησιμοποιούσαν. Μέσα από τα εκθέματα του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου καλούμαστε να ταξιδέψουμε σε άλλες εποχές. Μέσα από αυτές τις ιστορίες, ας αναλογιστούμε πόσο σημαντικό είναι να ‘συντηρήσουμε’ τη μνήμη, να διατηρήσουμε αυτά τα αντικείμενα για τα παιδιά μας, ως ζωντανό παράδειγμα της ιστορίας του τόπου μας.  Η ομάδα εθελοντών του Μουσείου και το Δ.Σ. της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί για να διατηρήσει το μόνο ιδιωτικό Μουσείο που δραστηριοποιείται στην Κύπρο από το 1937, και το οποίο λειτουργεί ακόμη χάρη στη προσπάθεια ανθρώπων που αγαπούν τον πολιτισμό μας. Όλοι μας έχουμε ευθύνη για τη συντήρησή του, αφού αυτό το συγκεκριμένο μουσείο δεν ανήκει σε κάποιο κρατικό φορέα.
Οφείλουμε λοιπόν πολλές ευχαριστίες στους Ανθρώπους που μάς εμπιστεύονται τα οικογενειακά τους κειμήλια, στους Ανθρώπους που με τις εισφορές τους βοηθούν στη συντήρησή αυτών των αντικειμένων και στους Ανθρώπους που ακόμη πιστεύουν στο πνεύμα του εθελοντισμού, και μας βοηθούν στο δύσκολο αυτό έργο. Όλοι μπορούμε να βοηθήσουμε με τον τρόπο μας, είτε προσφέροντας αντικείμενα, είτε αναλαμβάνοντας τη συντήρηση κάποιου αντικειμένου, είτε αγοράζοντας παραδοσιακά χειροποίητα αντικείμενα κι εκδόσεις από το κατάστημα του Μουσείου για την ενίσχυση αυτού του σκοπού, της συντήρησης αντικειμένων.
3274 A standard 2-pint paraffin stove,
 fitted with a silent burner, used around 1950s in Cyprus to cook food
 Copyright Cyprus Folk Art Museum
Γι’ αυτό το μήνα έχουμε επιλέξει να σας παρουσιάσουμε μια παραδοσιακή εστία πετρελαίου (Α.Μ. 3274, ύψος 21,5 εκ.,  διάμετρος 50,5 εκ.), την οποία χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή φαγητού. Στην Κύπρο την αποκαλούσαν «μηχανή πετρελαίου», επειδή ακριβώς γέμιζε με πετρέλαιο. Η νέα αυτή τεχνολογία αντικατέστησε την «τσιμινιά», η οποία λειτουργούσε με την καύση ξύλων. Η μηχανή είναι μεταλλική, τύπου SVEA no. 5 και είναι κατασκευασμένη στην Σουηδία. Φέρει επιγραφή του τύπου της και της χώρας κατασκευής της: «STOCKHOLM, SWEDEN. SVEA no. 5. SOLE MAKERS OF THE APPARATUS  PRIMUS».
Η δωρεά έγινε τον Ιούλιο του 2012 από την κ. Μυριάνθη Λουρουτζιάτη, η οποία με πολλή αγάπη έδωσε την εστία μαγειρέματος στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, εις μνήμη του συζύγου της, Μιχάλη Λουρουτζιάτη. Σύμφωνα με πληροφορίες  της κ. Μυριάνθης, η οποία παντρεύτηκε το 1955, αγόρασε την μηχανή μετά τον γάμο της, ο οποίος μάλιστα κράτησε τέσσερις μέρες, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής.  Υπήρχαν δύο τύποι τέτοιων μηχανών, η αθόρυβη και η θορυβώδης, όπως επίσης και δυο διαφορετικά μεγέθη,  η διπλή και η μονή. Η διπλή ήταν πιο μεγάλη και την χρησιμοποιούσαν για να ζεστάνουν νερό σε μεγαλύτερες ποσότητες,  όπως όταν ήθελαν για παράδειγμα να πλύνουν τα ρούχα τους ή ακόμη να κάνουν μπάνιο.  Η μονή, όπως είναι αυτή που δώρισε στο Μουσείο, χρησιμοποιείτο για πιο μικρές εργασίες, όπως ήταν το μαγείρεμα. Την μηχανή την αγόρασαν από ένα πλανοδιοπώλη, ο οποίος πωλούσε τέτοιες συσκευές.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η οικογένεια Λουρουτζιάτη διέμενε στην Λουρουτζίνα. Το 1958 αναγκάστηκαν να φύγουν από το χωριό τους άρον άρον, φοβούμενοι αντίποινα των Τουρκοκυπρίων. Από τότε δεν κατάφεραν να επιστρέψουν στο σπίτι τους κι εγκαταστάθηκαν στα Λύμπια. Το παράπονο της κυρίας Μυριάνθης είναι ότι δεν αναγνωρίζονται επίσημα από το κυπριακό κράτος, ως πρόσφυγες. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι ο κ Λουρουτζιάτης, γεννηθείς το 1924, έσπευσε στη Λεμεσό, για να καταταχθεί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλώνοντας με ψεύτικο πιστοποιητικό ότι ήταν 18 χρονών, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μόνο 16. Όντας ορφανός, από μητέρα και πατέρα, και μένοντας με την μητρυιά του, το θεώρησε ως μια καλή ευκαιρία για να αποκτήσει περισσότερες εμπειρίες.
Μπορείτε να δείτε από κοντά το επιλεγμένο έκθεμα, Τρίτη έως Παρασκευή 9.30-16.00, Σάββατο 9.00-13.00.
Παρακαλούμε επίσης εάν ενδιαφέρεται κάποιος να αναλάβει τα έξοδα της συντήρησής του να επικοινωνήσει μαζί μας, στο τηλ. 22 432578. Η οικογένεια του δωρητή, όπως επίσης και του «συντηρητή» θα μνημονεύονται στην καρτέλα του αντικειμένου.
Περισσότερες πληροφορίες: www.cypriotstudies.org

Επιμέλεια: Ελένη Χρίστου, ταμίας Δ.Σ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών