Έκθεμα Μήνα | Exhibit of the Month 2016



ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝΑ
2016 2015  2014   2013   2012     2011    2010     2009


ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2016


Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα μια πινιάδα ή αλλιώς τσούκκα (μαγειρικό σκεύος) από τη συλλογή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου (Α.Μ. 1872), η οποία έγινε δωρεά στο Μουσείο το 1970 από τη Χριστίνα Κυριάκου από το χωριό Πλατανιστάσα. Πρόκειται για αγγείο κατασκευασμένο από ερυθρό πηλό με δύο χειρολαβές, ανοικτό στόμιο, στρογγυλεμένη βάση και σφαιρική κοιλιά, που εξασφάλιζε τη μέγιστη χωρητικότητα και απορρόφηση θερμότητας.
Το πυρίμαχο αυτό σκεύος είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αγγεία του Κόρνου και χρησιμοποείτο ως κατσαρόλα, χύτρα  ή σύμφωνα με άλλες αναφορές, για τη φύλαξη γιαουρτιού ή ζαλατίνας. Τα πλείστα πήλινα αγγεία εξυπηρετούσαν παράλληλα διάφορες οικιακές και αγροτικές εργασίες.
Στα χωριά Φοινί και Κόρνος, τα οποία παρήγαγαν αγγεία με ερυθρό πηλό με τη χρήση ενός απλού τροχού, οι τεχνίτες και οι τεχνίτριες εργάζονταν στην αυλή του σπιτιού τους την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα διέθεταν τα αγγεία τους προς πώληση στις ορεινές περιοχές και στα πανηγύρια. Μερικά άλλα χαρακτηριστικά αγγεία του Κόρνου είναι η κούζα (αγγείο νερού), ο μπότης (αγγείο με στενό λαιμό και ένα χέρι), η χαλλουμόκουζα (αγγείο με ανοικτό λαιμό και δύο χέρια στους ώμους), το γαλευτήριν (αγγείο για το άρμεγμα του γάλακτος) και το τζυβέρτιν (κυψέλη).

Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».

Πηγές:
Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Βιβλιογραφία:
-Πιερίδη Αγγελική Γ., Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, Λευκωσία, 1991
-Δημητρίου Μαργαρίτα, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία, 2002
-Δημητρίου Μαργαρίτα, Παραδοσιακή Αγγειοπλαστική στην Κύπρο, Λευκωσία, 2001
-Λαϊκοί τεχνίτες της Κύπρου, Δήμος Λευκωσίας, 1982


ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟΥ-ΙΟΥΛΙΟΥ 2016

Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα έναν όρθιο αργαλειό από τη συλλογή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου (Α.Μ. 2119) και ο οποίος προέρχεται από το χωριό Βάσα Κοιλανίου. Είναι κατασκευασμένος από ξύλο, και φέρει δείγμα υφαντού.
Ο τύπος αυτός του αργαλειού ονομάζεται αλλιώς και ανδρομίσιος και διαφέρει από τον συνηθισμένο τύπο οριζόντιου αργαλειού. Σύμφωνα με το αρχείο του Μουσείου, χρησιμοποιούνταν για την ύφανση της πισιλλίνας ή πισκιάς, είδους ζώνης που τοποθετούνταν κάτω από την ουρά και υποβοηθούσε στη στερέωση του σαμαριού (στρατουρκού) πάνω στο ζώο, όπως επίσης, σύμφωνα με άλλες αναφορές, και στην ύφανση κουβερτών και χαλιών.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».

Πηγές:
Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Βιβλιογραφία:
-Λαϊκοί Τεχνίτες της Κύπρου, Δήμος Λευκωσίας, 1982
-Πιερίδη Αγγελική Γ., Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, Λευκωσία, 1991

ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΜΑΪΟΥ 2016
Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα μια ταμπουτσιά από τη συλλογή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου (Α.Μ. 1179). Το συγκεκριμένο έκθεμα έγινε δωρεά στο Μουσείο από τoν Peter Megaw το 1963. Προέρχεται από το κατεχόμενο χωριό Ακανθού και φέρει χρονολογία 1899. Ο σκελετός είναι κατασκευασμένος από ξύλο, ενώ στη δερμάτινη βάση απεικονίζεται έγχρωμη παράσταση γυναίκας και φυτικών μοτίβων.
Σύμφωνα με αναφορές, παλαιότερα η ταμπουτσιά χρησιμοποιείτο ως σκεύος για μεταφορά αγαθών, ή στις αγροτικές ασχολίες, όπως τη διαλογή και καθάρισμα σπόρων, καθώς επίσης και κατά την εργασία του λιχνίσματος, γι αυτό και έχει σχήμα κόσκινου, χωρίς τρύπες. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως κρουστό μουσικό όργανο, που συνόδευε συνήθως το βιολί και το λαούτο σε γάμους και άλλες εκδηλώσεις.
Οι ταμπουτσιές κατασκευάζονταν κυρίως από δέρμα ζώου, αλλά και από τσίγκο. Η διακόσμηση, που ήταν κυρίως σε χρώματα όπως κόκκινο, μπλε, πράσινο, κίτρινο και πορτοκαλί, ήταν εμπνευσμένη κυρίως από μοτίβα με φυτά και ζώα, σκηνές καθημερινής ζωής, ζευγάρια και γυναικείες μορφές. Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης διαθέτει σημαντικό αριθμό ταμπουτσιών, τόσο με διάκοσμο, όσο και χωρίς.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».

Πηγές:
Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Βιβλιογραφία:
-Δημητρίου Μαργαρίτα, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία, 2002
-Παπαδημητρίου Ελένη, Λαϊκή Ζωγραφική. Εγχάραξη και Γλυπτική, Εν Τύποις, Λευκωσία, 2010
-Παπαδημητρίου Ελένη, Η Λαϊκή Τέχνη της Κύπρου, Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, Λευκωσία, 1996

ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2016

Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα ένα ιδιαίτερο διακοσμητικό στοιχείο του κυπριακού σπιτιού, τη λεγόμενη ψαθαρούδα (Α.Μ. 2001). Το συγκεκριμένο έκθεμα έγινε δωρεά στο Μουσείο από την κα Ελισάβετ Χρ. Σταυρή το 1971 και προέρχεται από το κατεχόμενο χωριό Πραστειό Μεσαορίας. Είναι κατασκευασμένο από στελέχη σιταριού, ενώ είναι διακοσμημένο με πολύχρωμες λωρίδες υφάσματος και κομμάτια υφάσματος σε σχήμα ανθέων.
Οι ψαθαρούδες αποτελούν ένα εξαίρετο δείγμα της καλαισθησίας που χαρακτήριζε τον κύπριο αγρότη, αφού χρησιμοποιούνταν ως διακοσμητικά τοίχου στα αγροτικά σπίτια, σε αντίθεση με τα καλάθια και τους τσέστους (πανέρια), τα οποία είχαν και χρηστικό ρόλο (τοποθέτηση ή μεταφορά τροφίμων και διάφορων γεωργικών προϊόντων). Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης διαθέτει μια σημαντική συλλογή από ψαθαρούδες.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».

Πηγές:
Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Βιβλιογραφία:
-Δημητρίου Μαργαρίτα, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία, 2002
-Παπαδημητρίου Ελένη, Η Λαϊκή Τέχνη της Κύπρου, 1999

ΕΚΘΕΜΑ TOY ΜΗΝΑ ΜΑΡΤΙΟΥ 2016

Επί τη ευκαιρία της επετείου της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Μαρτίου, μια σπάθη (Α.Μ. 451), με λαβή από ορείχαλκο, σιδερένια λάμα και ξύλινη θήκη με δερμάτινη επένδυση και διακόσμηση από ορείχαλκο.

    Η σπάθη ή αλλιώς πάλα, αποτελούσε μαζί με άλλα όπλα (το καριοφίλι, το γιαταγάνι, τις πιστόλες), τον κυριότερο οπλισμό των αγωνιστών του 1821. Είναι αγχέμαχο όπλο (όπλο που χρησιμοποιείται σε μάχη από κοντά, σώμα με σώμα) του οποίου η επιτυχημένη χρήση, βασίζεται στην επιδεξιότητα του αγωνιστή και τη δύναμη του χτυπήματος. Η συγκεκριμένη σπάθη, εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, το οποίο στεγάζεται στο παλαιό Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο και βρίσκεται στη Πλατεία Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, απέναντι από το Παγκύπριο Γυμνάσιο. Στο ανώγειο της παλαιάς Αρχιεπισκοπής βρίσκεται και το δωμάτιο του Εθνομάρτυρος Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (κι αργότερα η Ελληνική Σχολή Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου), τα δωμάτια των Αρχιεπισκόπων Λεοντίου, Μακαρίου Β΄ και Γ΄, το Μέγα και Μικρό Συνοδικό, η παλαιά Βιβλιοθήκη της Αρχιεπισκοπής και άλλα μικρότερα βοηθητικά δωμάτια.

Επιμ. Κειμένου: Μιχάλης Αντωνίου Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου»

Πηγές:
- Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου – Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
- Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Έκθεση Κειμηλίων, ΠΙΤΚ, Αθήνα, 1991





ΕΚΘΕΜΑ TOY ΜΗΝΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Για το μήνα Φεβρουάριο, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών σας παρουσιάζει ένα από τα παλαιότερα κολότζια της συλλογής του. Πρόκειται για μια εγχάρακτη κολοκύθα (Α.Μ. 40) που χρονολογείται στα 1895 και δωρίθηκε στο Μουσείο το 1950 από τον κ. Αντωνιάδη. Ο ιδιάζων λαιμός είναι διακοσμημένος με ποικίλα γεωμετρικά μοτίβα. Στη σφαιρική γάστρα ο χαράκτης επέλεξε φυτικά και ζωικά μοτίβα (δέντρα, στάχυα, άλογο, λιοντάρι), χωρίς όμως να περιορίζεται σ’ αυτά καθώς υπάρχουν και αρκετές ανθρώπινες μορφές.

Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία των ναυτικών μοτίβων: μια γοργόνα, ένα ψάρι κι ένα σχηματικά αποδοσμένο καΐκι με δυο ιστία. Η γοργόνα στα νεότερα χρόνια, και δη στη Λαϊκή Παράδοση, συνδέεται με το μύθο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με το μύθο, ήπιε άθελά της το αθάνατο νερό που προοριζόταν για τον αδερφό της, κι όταν έπεσε στη θάλασσα από την απελπισία της μεταμορφώθηκε, αποκτώντας ουρά ψαριού. Έκτοτε, παραδέρνει στις θάλασσες και σταματά τα πλοία για να ρωτήσει τους ναυτικούς αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Στην περίπτωση που οι ναυτικοί απαντήσουν ότι πέθανε, τότε εξοργίζεται και βυθίζει το καράβι τους. Στο κολότζι, η γοργόνα απεικονίζεται ακριβώς πάνω από το καΐκι, παραπέμποντας έτσι στη συγκεκριμένη παράδοση.

Παρά τον ιδιάζοντα λαιμό, βάσει του μεγέθους μπορούμε να πούμε ότι το κολότζι είχε κυρίως οικιακή χρήση, ως σκεύος για υγρά όπως νερό και κρασί. Τα κολότζια βέβαια είχαν κι άλλες χρήσεις, που ποικίλουν από το τάισμα πουλιών μέχρι και τη φύλαξη πυρίτιδας, ενώ χρησιμοποιείτο και στο κάλεσμα ή στο κέρασμα στον παραδοσιακό γάμο.

Ποικιλία κολοκύθων εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.

Επιμ. Κειμένου: Μαρία Κτωρή, Μέλος Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Πηγές:
- Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου – Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
- Παπαδημητρίου, Ε. (2003). Η Τέχνη του Ξύλου στην Κύπρο. Λευκωσία: Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
- Παπαδημητρίου, Ε. (2010). Λαϊκή Ζωγραφική. Εγχάραξη και γλυπτική. Λευκωσία: Εν Τύποις.
- Δαμιανίδης, Κ. (1998). Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική. Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.
- Δαμιανίδης, Κ. και Λεοντίδης, Τ. (1993). Τα Ελληνικά Ιστιοφόρα Καΐκια του 20ου Αιώνα. Αθήνα: Γαβριηλίδης.



ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016


Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα, ένα γυναικείο φασούλι (εργαλείο για το θερισμό, Α.Μ. 3185). Το συγκεκριμένο φασούλι ανήκε στον Ελευθέριο Χατζηχριστοδούλου - Μακρή από το κατεχόμενο χωριό Μάσαρη και το έχει δωρίσει με πολλή αγάπη στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.

Μέχρι ακόμη και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 στην αγροτική Κύπρο όπου δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους οι θεριστικές μηχανές, οι αγρότες χρησιμοποιούσαν κυρίως, εργαλεία χειρός. Για το θέρισμα των σιτηρών οι άνδρες χρησιμοποιούσαν το δρεπάνι και οι γυναίκες το φασούλι. Η κύρια τους διαφοροποίηση έγκειται στο ότι το δρεπάνι έχει μεγαλύτερο μέγεθος από το φασούλι.

Στα Μάσαρη, κατά την περίοδο του θέρους όλοι σχεδόν οι συγχωριανοί ήταν σε διαρκή κινητικότητα και αλληλοβοηθούνταν μεταξύ τους στην αγροτική αυτή ενασχόληση. Παρόλες τις δυσκολίες και τις κακουχίες που ζούσε η κυπριακή ύπαιθρος και κυρίως οι αγρότες, η δραστηριότητα αυτή του θερίσματος κάτω από τον καυτό ήλιο, γινόταν τις περισσότερες φορές με μεράκι και ζήλο. Όπως μας αφηγήθηκε και ο παππούς Λευτέρης, το τραγούδι και μετέπειτα το φαγοπότι ήταν το επακόλουθο της επίπονης αυτής ενασχόλησης.

Τόσο τα δρεπάνια όσο και τα φασούλια είχαν ξύλινες λαβές, οι οποίες ήταν κυρίως διακοσμημένες στην άκρη με λουριά και δέρμα και συνήθως ακόμη με καμπανάκια.

Το φασούλι αυτό το πήρε μαζί του ο παππούς Λευτέρης μετά από τη βίαιη εκδίωξη του 37% του πληθυσμού της Κύπρου από τους Τούρκους εισβολείς, συνεπεία της κατοχής του αγαπημένου του χωριού Μάσαρη από το 1974. Το φύλαγε με ιδιαίτερη περηφάνια και συνήθιζε να το επιδεικνύει στα αγαπημένα του παιδιά και στα εγγόνια, διηγούμενος τις ιστορίες του χωριού.
Για περισσότερες πληροφορίες και δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.

Επιμ. Κειμένου: Ελευθέριος Αντωνίου, μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

                                                       


ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Ιανουαρίου 2015 ένα μικρό πανέρι (τσέστο). Το πανέρι (ΑΜ 3490) δώρισε στο Μουσείο ο κος Κώστας Δημητρίου από τον Άγιο Ανδρόνικο Καρπασίας. 
Πρόκειται για χειροποίητο πανέρι που κατασκευάστηκε γύρω στο 1972 από την Αλισαβού (Ελισάβετ) Δημήτρη, γιαγιά του κου Δημητρίου, από τον Αγ. Ανδρόνικο και χρησιμοποιείτο ως διακοσμητικό τοίχου. Η Αλισαβού Δημήτρη έφτιαχνε πανέρια σε διάφορα σχέδια και μεγέθη για διάφορες χρήσεις χρησιμοποιώντας αποξηραμένα φύλλα φοινικιάς και στελέχη σιταριού (ποκαλάμες). Μικρά κομμάτια υφάσματος, καθώς και χρωματιστές βαφές χρησιμοποιούνταν για τη διακόσμηση των πανεριών.
Η Αλισαβού Δημήτρη απεβίωσε το 1989 σε ηλικία 90 χρονών στο χωριό Κολόσσι της Λεμεσού. Ήταν παντρεμένη με το Δημήτρη Ττοφή από το Βαθύλακα (τυπ. Βοθύλακα) και διέμεναν στον Άγιο Ανδρόνικο Καρπασίας. Απέκτησαν πέντε παιδιά. Η Αλισαβού ήταν οικοκυρά, ασχολείτο με τον αργαλειό και βοηθούσε το σύζυγό της στις γεωργικές εργασίες. Ο Δημήτρης Ττοφής ήταν γεωργός και περιφερόταν στα γειτονικά χωριά με τη βοήθεια του κάρου του, πουλώντας τα φθαρτά που παρήγε. Μετά την τουρκική εισβολή, μεταξύ άλλων, πουλούσε τα πανέρια που έφτιαχνε η σύζυγός του, έξω από το κάστρο του Κολοσσίου.
Τα πανέρια χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση ή και μεταφορά τροφίμων όπως ψωμιά, κουλούρια, τραχανά, κόλλυβα αλλά και γεωργικών προϊόντων όπως φασόλια και σιτάρι.
Για περισσότερες πληροφορίες και δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».
Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
-Δημητρίου, Μαργαρίτα, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία, 2002


Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σάς παρουσιάσει με αφορμή την φωτογραφική έκθεση ΟΛΚΑΣ ΙΙ ένα γλυπτό ξύλινο ακροπρώριο (Α.Μ. 602). Το ακρόπρωρο (αλλιώς ακροπρώριο, ακρόπλωρο, ακροστόλιο) παρουσιάζει κεφαλή γυναικός με πλούσια σχηματοποιημένη χαίτη (Διαστάσεις 77 εκ x17εκ). Πολύ πιθανόν να πρόκειται για απεικόνιση της αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Θεσσαλονίκης, η οποία σύμφωνα με τον μύθο ήταν γοργόνα. Στο στήθος φέρει άνθινο διάκοσμο και τεθλασμένη γραμμή που σχηματίζει τρίγωνα. Η δωρεά έγινε στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου στις 29 Αυγούστου του 1951 από την κατεχόμενη εκκλησία του Αγίου Θέρισσου.
Το “ξόανο”, όπως ονομαζόταν, στόλιζε την πλώρη ή και την πρύμνη του καραβιού. Ήταν στην ουσία το διακριτικό, το έμβλημα του κάθε καραβιού. Ένα καράβι μπορούσε να έχει κι άλλα τέτοια στολίδια, αλλά το σημαντικότερο στόλιζε την πλώρη του καραβιού, κι από εκείνο έπαιρνε συνήθως το όνομά του το καράβι. Οι ναυτικοί πίστευαν πως ήταν η προσωποποιημένη ψυχή του καραβιού, έδιωχνε τα μεγάλα κύματα, κάθε κακό και τους έδινε δύναμη, προστασία και πλούτο. Το ακρόπρωρο χαρακτηρίζεται από την κίνηση του προς τα εμπρός, χαρακτηριστικό που διακρίνουμε και στη περίπτωση του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Οδηγεί το καράβι, διασχίζοντας την θάλασσα, δίνοντάς του ώθηση με την κοφτερή του πλώρη. Ήδη από την αρχαιότητα σε περίπτωση κακοτυχίας ή αιχμαλωσίας του καραβιού το ακρόπρωρο ακολουθεί την τύχη του καραβιού, το οποίο αποκόπτεται μαζί με τα υπόλοιπα διακριτικά του και δινόταν ως τρόπαιο στον νικητή. Αυτά τα διακριτικά αφιερώνονταν πολλές φορές από τους νικητές σε ναούς. Στην περίπτωση του ακρόπρωρου του μουσείου παραμένει άγνωστη η προέλευση του και πώς κατέληξε ως αφιέρωμα στον Άγιο Θέρισσο.
Τα ακρόπρωρα λάμβαναν διάφορες μορφές θεών, ηρώων, ζώων, μυθολογικών όντων, κι ιδιαιτέρως γοργόνων. Ο λαός θεωρούσε ότι η γοργόνα προστάτευε από το κακό μάτι, γι’ αυτό παραστάσεις της συναντούμε σε κοσμήματα, κασέλες, ακρόπρωρα πλοίων, σήματα τυπογράφων αλλά και τέμπλα εκκλησιών. Στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου διασώζεται παλαιός ξυλόγλυπτος εκκλησιαστικός πολυέλαιος, ο οποίος διακοσμείται με περίτεχνες γοργόνες. Τέτοια κοσμικά θέματα οι ξυλογλύπτες συνήθιζαν να τα εντάσσουν ακόμη και στην εκκλησιαστική τέχνη. Επιπρόσθετα τα καράβια του 1821 διακοσμούνταν με τέτοιου είδους ξόανα, τα οποία ως επί το πλείστον παρουσίαζαν μορφές αρχαίων ηρώων ή ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. Τέτοια ακρόπρωρα σώζονται στο εθνολογικό μουσείο Αθηνών και στα ναυτικά μουσεία του Πειραιά, Ύδρας, Γαλαξιδίου κ.α.
Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε αποταθείτε στο τηλ. 22432578. Σε περίπτωση που έχετε συναντήσει κι άλλα ακρόπρωρα στην Κύπρο παρακαλούμε όπως μάς ενημερώσετε.

Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Χρίστου, Διευθύντρια Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, ταμίας Δ.Σ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Βιβλιογραφία
Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου
Μαζαράκης-Αινιάν, Ι. Κ., Τα Ακρόπρωρα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Αθήνα 2007
Η γοργόνα της μονής Σκαφιδιάς, ιστότ. Βυτιναίικα, http://vytinaiika.blogspot.com/2008/08/blog-post_4601.html, ημερ. Προσβ. 30/1/15.
Tμήματα - Συλλογές - Γλυπτών - Ακρόπρωρα, Τμήματα & Ομοιώματα Πλοίων, Ιστοσελίδα Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, http://www.nhmuseum.gr/, ημερ. Πρόσβασης 28/1/2015.


ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΜΑΡΤΙΟΥ 2015
Με αφορμή τον εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου 1821, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα Μαρτίου 2015 μια περίτεχνη σε διακόσμηση κολοκύθα (κολότζι) (Α.Μ. 41). Το συγκεκριμένο αντικείμενο έγινε δωρεά στο Μουσείο από τον Σ. Ευαγγελίδη γύρω στο 1950. Σύμφωνα με επιγραφή του ιδίου του τεχνίτη, αποτελεί έργο του 1902, του Δημητρίου Γεωργίου από τα Πυργά. Φέρει πλούσια εγχάρακτη διακόσμηση στο λαιμό με ζώνες από γεωμετρικά μοτίβα και κλάδους αμπέλου, ενώ το στόμιο του είναι επενδυμένο με μεταλλίνη. Στη σφαιρική γάστρα απεικονίζονται οι εγχάρακτες μορφές των ηρώων της ελληνικής επανάστασης Αθανασίου Διάκου, Νικηταρά, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ηλία Μαυρομιχάλη, Ρήγα Φεραίου και Γεωργίου Καραϊσκάκη και στο κάτω μέρος μια ζώνη με κύκλους και άλλα γεωμετρικά σχήματα.
Ο συγκεκριμένος τύπος «κολοτζιού», δηλαδή με ίσιο λαιμό και σφαιρική κοιλιά, εξυπηρετούσε κυρίως οικιακούς σκοπούς, δηλαδή χρησιμοποιείτο κυρίως ως σκεύος για το νερό και το κρασί. Παραδείγματα έχουμε επίσης και για άλλους σκοπούς, όπως ήταν για τη φύλαξη πυρίτιδας (κολότζια του πυρίτη), ως δοχείο για το ταΐσμα μικρών πουλιών, ως δοχείο για τις ελιές (κολοκολιός), ως κουταλοθήκη, ως δοχείο για το λούσιμο της οικογένειας, αλλά και για το πλύσιμο των ρούχων. Με την κατάλληλη επεξεργασία έχουμε και τη χρήση του στη μουσική ως έγχορδο μουσικό όργανο, τον λεγόμενο ταμπουρά. Σε εορταστικές περιπτώσεις όπως ήταν ο γάμος στόλιζαν την κολοκύθα με ένα κουλούρι πλουμιστό που είχε τρύπα στη μέση, το οποίο και φορούσαν στο λαιμό της. Το «κολότζι» αυτό το χρησιμοποιούσαν στο κάλεσμα ή και στο κέρασμα του γάμου αναλόγως της περιοχής.
Η διαδικασία για την επεξεργασία των κολοκύθων ήταν επίπονη. Τα «κολότζια» αφήνονταν πρώτα να αποξηρανθούν. Ο λεπτός φλοιός τους αφαιρείται με το ξύσιμο. Αυτό είναι απαραίτητο για να μην αναπτυχθούν μύκητες, που θα δημιουργήσουν στο «κολότζι» μαύρες κηλίδες. Αν η χρήση του ήταν για υγρά, το πάνω μέρος κόβεται και αρχίζει η διαδικασία του καθαρισμού. Για να φύγουν οι σπόροι, τοποθετούνται μέσα στην κολοκύθα κομμάτια από γυαλί ή αγκαθωτές πέτρες, τα οποία ανακινούνται δυνατά, έως ότου αφαιρεθεί όλο το εσωτερικό. Μετά για να γίνει ομαλή η εσωτερική επιφάνεια και να στεγανοποιηθεί για τα υγρά, χύνεται μέσα στην κολοκύθα ζεστή πίσσα από τα πεύκα. Με αυτόν τον τρόπο επικαλύπτεται όλη η εσωτερική επιφάνεια του κολοτζιού. Η διακόσμηση γινόταν με κοφτερό μαχαίρι, καρφί ή βελόνι και στη συνέχεια ο τεχνίτης άλειφε την κολοκύθα με λάδι, μαύρες ελιές ή πυρίτιδα για να λάβουν οι παραστάσεις το χαρακτηριστικό μαύρο χρώμα. Η διακόσμηση συνήθως αποτελείτο από επιφανείς μορφές, σκηνές από τη μυθολογία, σκηνές από την ελληνική ιστορία, αλλά και την καθημερινή ζωή.
Ποικιλία κολοκύθων εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.

Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».
Ελένη Χρίστου, Διευθύντρια Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου, Tαμίας Δ.Σ. Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
-Αρχείο Υπηρεσίας Κυπριακής Χειροτεχνίας
-Παπαδημητρίου, Ελένη, Η Τέχνη του ξύλου στην Κύπρο, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Λευκωσία, 2003
-Παπαδημητρίου, Ελένη, Λαϊκή ζωγραφική. Εγχάραξη και γλυπτική, Εν Τύποις, Λευκωσία, 2010




ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝOΣ ΑΠΡΙΛIOY 2015

Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Απριλίου 2015 ένα κάδρο με κουκούλια (Α.Μ. 2189). Αγοράσθηκε τον Νοέμβριο του 1972 και προέρχεται από το τουρκοκρατούμενο σήμερα χωριό Πραστειό της Μεσαορίας. Απεικονίζει αντωπούς λέοντες και φυτικό διάκοσμο, κεντημένο με κουκούλια μεταξοσκώληκα σε βάση υφάσματος μαύρου χρώματος. Ο λέοντας είναι συνδεδεμένος με τον Άγγλο Ριχάρδο Λεοντόκαρδο που κατέλαβε την Κύπρο το 1191, αλλά και με τη δυναστεία των Λουζινιανών στην Κύπρο και αποτελούσε το έμβλημα του φράγκου βασιλιά της Κύπρου. Συναντάται, μεταξύ άλλων, σε εικόνες, λιθανάγλυφα και ξυλόγλυπτα έργα του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου.
Η εκτροφή του μεταξοσκώληκα, η παραγωγή και η εμπορία μεταξωτών ήταν μια από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων της Κύπρου. Οι γυναίκες ύφαιναν πλούσια μεταξωτά υφάσματα για την προίκα τους, αλλά και για τις ενδυμασίες τους. Οι μεταξοσκώληκες τρέφονταν με φύλλα μουριάς. Όταν ο μεταξοσκώληκας άρχιζε να παράγει κλωστή ήταν έτοιμος να ανέβει στα κλαδιά θάμνων, όπως θρουμπί και ξιστάρι, που τοποθετούνταν στις καλαμωτές και να πλέξει το κουκούλι του. Σε αυτό το στάδιο μάλιστα ο λαός πίστευε πως αν κάποιος έλεγε ψέματα, θα βοηθούσε στην επιτυχία της εκτροφής «διότι είναι καλόν διά το καματερόν (=το μεταξοσκώληκα)». Το ξηθρούμπισμα, το μάζεμα δηλαδή των κουκουλιών από τους θάμνους, συνοδευόταν από την ευχή «του βάρου μου μετάξι», καθώς ευελπιστούσαν σε μεγάλη παραγωγή. Το ξημετάξισμα, η αναπήνιση του μεταξιού, γινόταν με το ξετύλιγμα των ινών, αφού πρώτα τα κουκούλια τοποθετούνταν σε ζεστό νερό για να μαλακώσουν.
Το κέντημα από κουκούλι μεταξοσκώληκα αποτελεί σημαντικό δείγμα της λαϊκής μας τέχνης, αφού είναι ένα από τα βασικά διακοσμητικά στοιχεία, που συναντούμε στις οικίες του 19ου και 20ού αιώνα. Ωστόσο, πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η τεχνική κατασκευής του, αφού στηρίζεται στην επανάχρηση υλικών και συγκεκριμένα των υπολειμμάτων από τα κουκούλια του μεταξοσκώληκα. Είναι γνωστό ότι οι Κύπριοι συνήθιζαν να αξιοποιούν ότι υλικό είχαν στη διάθεσή τους, ακόμα και υλικά, τα οποία δεν είχαν ιδιαίτερη χρηστική αξία. Συγκεκριμένα, τα τρύπια κουκούλια του μεταξοσκώληκα δεν τα πετούσαν, αν και φαινομενικά ήταν άχρηστα, αλλά τα έβαζαν σε αλουσίβα (μίγμα νερού και στάχτης) και σαπούνι και τα ζέσταιναν για να μαλακώσουν. Στη συνέχεια τα έπλεναν με καθαρό νερό και τα στέγνωναν. Με αυτό τον τρόπο επεξεργάζονταν αυτό το υλικό και έφτιαχναν έργα τέχνης, τα οποία συναντούμε σε όλη την Κύπρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους κεντήματα δίδονταν ως δώρα στους γάμους.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποτανθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».
Ελένη Χρίστου, Μέλος ΔΣ Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
-Χοτζάκογλου, Χαράλαμπος, λήμμα: Έκθεμα μηνός Οκτωβρίου 2012, Κυπριακαί Σπουδαί, ΟΣΤ (2012).
-Παπαδημητρίου, Ελένη, Η Μεταξουργία στην Κύπρο, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία, 1995
-Παπαχαραλάμπους, Γ. Χ., Κυπριακά ήθη και έθιμα, Λευκωσία 1965.
-Πιερίδη, Αγγελική Γ., Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη, Λευκωσία, 1991






Έκθεμα μηνός Μαΐου 2015

Επ΄ ευκαιρία της επετείου της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (29η Μαΐου 1453) η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών επέλεξε να σάς παρουσιάσει ξύλινη βακτηρία (κοιν. μπαστούνι) με ένθετα ελάσματα ασημιού, συρματερής τεχνικής, η οποία προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη. Το μπαστούνι (ΑΜ 3127) ανήκει στις συλλογές του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου και έγινε δωρεά από την κ. Φωτεινή Στεφανή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που καταγράφονται στο μητρώον του μουσείου πρόκειται για δώρο ενός ιερέως που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη προς την οικογένεια της. Το μπαστούνι ανήκε σε Έλληνα άρχοντα της Πόλης, γεγονός που υποδεικνύεται κι από την πολυτελή του διακόσμηση. Άλλωστε σύμφωνα με τον συρμό στην Ευρώπη, ήδη από τις αρχές του 18ου αι. και κυρίως κατά τον 19ον αι. κι εξής, η ανδρική αστική ενδυμασία υπαγόρευε και την χρήση των απαραίτητων κοσμητικών εξαρτημάτων, όπως ήταν το καπέλο, το μπαστούνι, η ταμπακιέρα και τα χαρακτηριστικά ρολόγια τσέπης.

Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών

Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποτανθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Ελένη Χρίστου, Μέλος ΔΣ Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών




ΕΚΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟΥ 2015
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μήνα Ιουνίου 2015 μια "αουρία" (πιθανόν από τη λέξη ανεμούριο, ανεμουρίδα), δηλαδή σκιάχτρο για τον εκφοβισμό των πουλιών (Α.Μ. 2919). Το συγκεκριμένο αντικείμενο προέρχεται από το χωριό Λυσός της Πάφου και είναι κατασκευή του Παναγιώτη Ιωάννου Παναγιωτίδη.
Το σκιάχτρο αυτό διαφέρει από τα γνωστά σκιάχτρα και χρησίμευε σύμφωνα με το αρχείο του Μουσείου, ως φόβητρο των πουλιών από τις συκιές. Είναι κατασκευασμένο από τμήμα της σφαιρικής γάστρας  της κολοκύθας (κολοτζιού), κομμάτια ξύλου, καλάμια και αμύγδαλα. Στο εσωτερικό φέρει ξύλινο μηχανισμό, πιθανόν για να στερεώνεται στο δέντρο, ενώ στην μπροστινή πλευρά είναι τοποθετημένα δυο κομμάτια ξύλου στον τύπο κεραίας, τα οποία με το φύσημα του ανέμου κινούνταν και μετακινούσαν τα δύο αμύγδαλα, τα οποία προκαλούσαν θόρυβο για να τρομάξουν τα πουλιά.
Η κατασκευή αυτή προβάλλει μέσα από την παράδοσή μας, ως ένα έξοχο παράδειγμα επαναχρησιμοποίησης υλικών και ανάδειξης της ευρηματικότητας που χαρακτήριζε τους Κύπριους στην καθημερινή τους ζωή, θέμα το οποίο πραγματεύτηκε και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου για τη Διεθνή Ημέρα και Ευρωπαϊκή Νύχτα Μουσείων 2015.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».
Ελένη Χρίστου, Μέλος ΔΣ Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών



ΕΚΘΕΜΑ ΜΗΝOΣ ΙΟΥΛIOY 2015

Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα των μηνών Ιουλίου-Αυγούστου 2015 μια λύρα με το δοξάρι της (Α.Μ. 3573). Τη λύρα έφερε από την Αμμόχωστο η Κερυνειώτισσα Μαρούλα Καράσαββα-Ιωάννου, όπου ζούσε και εργαζόταν ως τηλεφωνήτρια. Όταν μετακόμισε στη Λευκωσία, πριν από την τουρκική εισβολή, την έφερε μαζί της μαζί με άλλα αντικείμενα και λίγους πίνακες του ζωγράφου αδελφού της, Γιαννάκη Καράσαββα. Είναι ξύλινη, τρίχορδη, με κυρτή ράχη και φέρει ανάγλυφο σκάλισμα στην κεφαλή. Στο δοξάρι βρίσκονται τοποθετημένα τρία μεταλλικά κουδουνάκια. Πιθανόν να είναι ποντιακή, ωστόσο δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση ή τον κατασκευαστή της.
Η λύρα ήταν το μουσικό όργανο του παππού της, Σάββα Μαλακού από τον Καραβά. Ο Σάββας Μαλακός έπαιζε και τραγουδούσε με τη λύρα του σε οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ήταν μάγειρας στο νοσοκομείο Κερύνειας, όπου γνώρισε τη Μαρία, την οποία είχε συνοδεύσει από τη Βηρυτό η Αγγλίδα νοσοκόμα ονόματι Miss Trey, για να εργαστεί και αυτή στο νοσοκομείο. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν το Θεοχάρη, το Γιώργο, το Χαράλαμπο και τη Χρυστάλλα. Ο Σάββας Μαλακός απεβίωσε το 1953. Του αποδόθηκε το προσωνύμιο «Μαλακός» λόγω του ήπιου χαρακτήρα του.
Η Μαρούλλα είναι κόρη του Σάββα και της Χρυστάλλας Καράσαββα, οι οποίοι  παρέμειναν εγκλωβισμένοι στην Πάνω Κερύνεια πολλά χρόνια μετά την εισβολή, καθώς αρνούνταν να εγκαταλείψουν το χωριό τους. Όταν αρρώστησε η Χρυστάλλα μεταφέρθηκε στη Λευκωσία, όπου και λίγες μέρες μετά απεβίωσε. Ο Σάββας Καράσαββας, καταγόταν από το χωριό Θέρμια της επαρχίας Κερύνειας. Ήταν συγγενής του Σάββα Θ. Χρίστη, επίσης από τη Θέρμια, δικηγόρου, Εθναρχικού Συμβούλου και μέλους της Σχολικής Εφορείας Κερύνειας.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποτανθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου».

Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών


ΕΚΘΕΜΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2015
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών έχει επιλέξει να σας παρουσιάσει ως έκθεμα του μηνός Αυγούστου 2015 ένα γαλευτήρι. Το γαλευτήρι (ΑΜ 486) αγοράστηκε το 1951 από τον Αγ. Θεόδωρο Αγρού και κατασκευάστηκε στο χωριό Φοινί.
Το γαλευτήρι ήταν πήλινο αγγείο που χρησίμευε για το άρμεγμα των αιγοπροβάτων. Το γάλα μαζευόταν στο μεγάλο άνοιγμα και στη συνέχεια χυνόταν από την προχοή. Η διαδικασία αυτή εξυπηρετούσε στην μεταφορά του γάλακτος και ακολούθως στην παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων. Η μορφή και η λειτουργία μάλιστα του συγκεκριμένου αγγείου  στην Κύπρο παρέμενε η ίδια από την εποχή του Χαλκού.
Τα πλείστα πήλινα αγγεία που κατασκευάζονταν προορίζονταν για οικιακή χρήση ή εξυπηρετούσαν τις αγροτικές εργασίες. Για παράδειγμα η τέχνη της αγγειοπλαστικής έχει να επιδείξει έργα, όπως πιθάρια για τη φύλαξη του κρασιού και του λαδιού και κούζες για τη μεταφορά του νερού. Τα χωριά Φοινί και Κόρνος ήταν ιδιαίτερα γνωστά για την τέχνη της αγγειοπλαστικής, όπως επίσης και η Λάπηθος με τη γνωστή τεχνική της εφυάλωσης με τα «αλοιφτά» κεραμικά.
Για περισσότερες πληροφορίες και νέες δωρεές αποταθείτε στο τηλ. 22432578.
Επιμ. Κειμένου: Άντρη Θεοφάνους, Μέλος Συνδέσμου «Φίλοι του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης
Κύπρου».
Πηγές:
-Αρχείο Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου-Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
-Δημητρίου Μαργαρίτα, Θησαυροί του Εθνογραφικού Μουσείου Κύπρου, Λευκωσία, 2002
-Δημητρίου Μαργαρίτα, Παραδοσιακή Αγγειοπλαστική στην Κύπρο, Λευκωσία, 2001
-Παπαδημητρίου Ελένη, Η Λαϊκή Τέχνη της Κύπρου, 1996
      -Παπαδημητρίου Ελένη, Νεότερη εφυαλωμένη κεραμική της Κύπρου. Τα εργαστήρια Λαπήθου, Εν Τύποις, Λευκωσία, 2005
     -Λαϊκοί τεχνίτες της Κύπρου, Δήμος Λευκωσίας, 1982